Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΟΥΛΙΑΤΗΣ: Η Ιστορία έχει το λαό της και η κινητή τηλεφωνία άσε να θέλει τον Γερμανό της


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΤΟΝ.....ΓΕΡΜΑΝΟ ΤΗΣ
Ποιο λάβαρο σήκωσε και ποια επανάσταση έκανε ο Π.Π.Γερμανός... Η μόνη επανάσταση που έκανε Γερμανός ήταν εκείνη, της γνωστής αλυσίδας που ύψωσε τις πωλήσεις των κινητών. Ο δε των Πατρών, αγαπούσε τόσο πολύ το ποίμνιό του που είπε «Ας αφήσουμε τα παιδιά του Μωάμεθ να αποτελειώσουν τα παιδιά του Ροβεσπιέρου..». Η μπουρδολογία, δυστυχώς, εξακολουθεί να διδάσκεται στα σχολεία και να γιορτάζεται εν στρατώ και άρμασι.




Το παρακάτω χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στις 10/12/1998.

Πολύς ντόρος έγινε αυτές τις μέρες για το βιβλίο του ιστορικού Βασίλη Λάζαρη, που ισχυρίζεται πως, ποτέ ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης στη μονή της Αγίας Λαύρας. Τόλμησε να πει, δηλαδή, ο άνθρωπος, αυτό που ξέρει σχεδόν όλος ο κόσμος και αγνοεί ή θέλει να αγνοεί το επίσημο κράτος και ξεσηκώθηκαν ορισμένοι. Ορέ, τι 'ναι αυτά που ακούμε; Μας αμφισβητούν την πρωτιά;

Αλλά, αγαπητοί μου, γιατί εξάπτεστε;
Η ιστορία δεν είναι κινητό να θέλει ντε και καλά τον ...Γερμανό της. Το ότι η Επανάσταση δεν ξεκίνησε από την Αγία Λαύρα στις 25 του Μάρτη, το 'πε και ο αγαπητός Τρικούπης: «Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη Μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθηκε κατά πρώτον η σημαία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Το διαλαλούσε και ο μπάρμπα - Γιάννης ο Σκαρίμπας. Γι' αυτό τον είχαν στην μπούκα οι «πεφωτισμένοι». Το επανέλαβε και ο Φωτιάδης.
Αυτό που σίγουρα, πάντως, έγινε στην Πάτρα και στα πέριξ ήταν η προσπάθεια των προυχόντων κοτζαμπάσηδων και δεσποτάδων να σβήσουν τη φλόγα της Επανάστασης και του λυτρωμού, που είχε ήδη ανάψει φωτιές στις καρδιές των ραγιάδων. Και το ζουμί βρισκόταν σε τούτο δω, που είπε ο Σ. Χαραλάμπης στη μάζωξη της Βοστίτσας (Αίγιο): «...Μα εμείς εδώ, αφού ξεκάνουμε τους Τούρκους, σε ποιον θα παραδοθούμε; Ο ραγιάς, άμα πάρει τα όπλα, δε θα μας ακούει πια και δε θα μας σέβεται και θα πέσουμε στα χέρια εκείνων που δεν μπορούνε να κρατήσουν το πιρούνι να φάνε». Κι έδειξε με ...ανωτερότητα καρδινάλιου τον αδελφό του Παπαφλέσσα: «Να, σαν αυτόν εδώ».
Ενώ αυτοί, βλέπεις, ήξεραν να κρατούν και πιρούνι και χουλιάρι. Γι' αυτό νοιάζονταν.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Πλάκωσαν Ζαϊμηδες και Μαυροκορδάτοι και φθάσαμε εδώ που φθάσαμε. Στη σύγχρονη ιστορία και για να περιοριστούμε στην Πάτρα, έχουμε τη δυναστεία των Παπανδρέου. Γέρος της «Δημοκρατίας" και Ανδρέας του «Σοσιαλισμού». Σ' αυτούς οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τις παρακάτω πρωτιές: Το λάβαρο της απελευθέρωσης το 1944 το ύψωσε στο Κάιρο ο Γ. Παπανδρέου, όπου έδινε τον αγώνα «του». Το λάβαρο της δημοκρατίας, στη συνέχεια, στην πλατεία Συντάγματος, παρουσία των εγγλέζικων τανκς, το σήκωσε ο ίδιος. Το λάβαρο του σοσιαλισμού στην Αθήνα, κάποια μέρα του Σεπτέμβρη (ούτε ο ίδιος δε θυμόταν πια πριν πεθάνει), το σήκωσε ο υιός Ανδρέας Παπανδρέου. Βέβαια, υπήρξαν και άλλα τέτοιου είδους λάβαρα, που υψώθηκαν κατά καιρούς στην Ελλάδα και είναι τόσα πολλά, που, για τον καθένα, ορισμένοι θέλουν τον ...Γερμανό τους. Κοινό τους χαρακτηριστικό: Όλοι ήξεραν να κρατούν καλά τα χουλιαροπήρουνα.
Καιρός είναι να γραφτεί με πάσα αλήθεια η ιστορία του τόπου μας απ' την αρχή. Απ' την εποχή του Μεγαλέξανδρου μέχρι σήμερα και να διδαχθεί στα σχολεία. Σε όλα, και της Αχαΐας.
Υ.Γ. Για την ιστορία, το λάβαρο του σοσιαλισμού υψώθηκε στις 3 του Σεπτέμβρη κάπου στην Αθήνα και συμπίπτει με την καθιέρωση του ... ζιβάγκο ως «σοσιαλιστικής ενδυμασίας».
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Δεν είμαι συγγραφέας απλά, στα πλαίσια του φωτορεπορτάζ που έκανα εδώ και χρόνια, μου έβγαινε που και που η επιθυμία να εκφράσω τις σκέψεις μου με τον γραπτό λόγο. Οι σκέψεις μου αυτές φιλοξενήθηκαν στην τελευταία σελίδα, στη στήλη «Διακριτικά» του Ριζοσπάστη, όπου φιλοξενούνταν άρθρα συνεργατών από τον ευρύτερο χώρο της δημοσιογραφίας.

Το άρθρο έγραψε: Χρήστος Ζουλιάτης

Για να δούμε, τι λέει και ο Γιάννης Σκαρίμπας στο βιβλίο του "Το 21 και η αλήθεια"
«Αν ο μόνος σκοπός που αξίζει τον κόπο κανείς να γεννηθεί, είναι η λεφτεριά, και μόλις γεννηθεί του την υποθηκεύσουν

τα συμφέροντα, τι άλλο του απομένει..... αν όχι η επανάσταση; … Μεταξύ δουλείας και δουλείας δεν υπάρχει καμιά διαφορά. Με το να κάμεις μιαν επανάσταση κι αποτινάξεις το ζυγό, δεν έκαμες τίποτα. Το ‘21 αυτό έκαμε. Το να μην ξαναεμπέσεις σε ζυγό-αυτό είναι επανάσταση….Το θαύμα του ‘21 δεν έγκειται στη στρατιωτική ήττα της Τουρκίας-πράγμα ευκολότερο-αλλά στο (ως εκ θαύματος) σώσιμό του από την εχθρότητα των κοτζαμπάσηδων, των λογίων και του Κλήρου….Οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι… Ο ελληνικός λαός δε θάκανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνον Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι, ή δε μας λένε την αλήθεια.

Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αφτουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ ’αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν πάει να πεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας, Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε…». 

Τάδε έφη ο Γιάννης Σκαρίμπας


«Το 21 και η αλήθεια» του Γιάννη Σκαρίμπα (1893-1984) τυπώθηκε από τις περίφημες εκδόσεις Κείμενα του Κερκυραίου Φίλιππου Βλάχου (1939-1989) και κυκλοφόρησε το 1971, μεσούσης της δικτατορίας, με αφορμή τα 150 χρόνια (τότε) από την Επανάσταση. Επισημαίνω το «μεσούσης της δικτατορίας», επειδή το βιβλίο τού Σκαρίμπα στέκεται εντελώς έξω από την «κρατούσα» άποψη για το ’21, χώνοντάς τα αγρίως στον κλήρο, τους προύχοντες, τους λογίους και τους πολιτικάντηδες πάνω στους οποίους ακούμπησε η «επίσημη» ιστορία. Επειδή όμως η προληπτική λογοκρισία για τα βιβλία είχε καταργηθεί από το φθινόπωρο του ’69 οι εκδόσεις γίνονταν άνευ… προκαταβολικών εμποδίων. Κάπως έτσι κυκλοφόρησε και «Το 21 και η Αλήθεια» 
Φώντας Τρούσας από το LIFO

Και παραθέτει ένα από τα εισαγωγικά σημειώματα, που ανήκει στον σημαντικό, προοδευτικό ιστορικό του ’21 Δημήτρη Φωτιάδη (1898-1988). Γράφει ο Φωτιάδης:

«Το Εικοσιένα, όπως το ξέρουμε μέσα από την επίσημη ιστορική παράδοση, μοιάζει με τ’ αναστραμμένο είδωλο που βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα θαμπά νερά μιας λίμνης. Είναι βέβαια η ίδια εικόνα, μα δοσμένη από την ανάποδη. Για να γνωρίσει κανείς τ’ αληθινό Εικοσιένα, πρέπει να σκύψει πάνω σ’ άλλα κείμενα, σ’ εκείνα που προετοίμασαν το σηκωμό, σ’ αυτά που γράφτηκαν όσο βρόνταγε το καριοφίλι και άστραφτε το γιαταγάνι και στ’ απομνημονεύματα των αγωνιστών – του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, του Σπυρομίλιου, του Περραιβού, του Σπηλιάδη και τόσων άλλων.   Δύο είταν τα Εικοσιένα: Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα “Δίκαια του ανθρώπου” του Ρήγα Βελεστινλή, πάνω στ’ άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της “Πατρικής Διδασκαλίας” του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ Κυρ-Άνθιμου – ή πιο σωστά του Γρηγορίου».

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

ΛΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ: Ένας ακροβάτης πάνω απ' το χάος ήταν ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, δειλός, ουτοπιστής, μανιακός φιλόδοξος.

«O Καζαντζάκης βάζει με μεγάλη ευκολία τους ήρωές του να απαρνιούνται δύο αγαθά που ο ίδιος δεν γνώρισε ποτέ: το σεξ και τον πλούτο». Ήμουν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όταν πήγα ν' ακούσω την ομιλία μιας συγγραφέως, της Λιλής Ζωγράφου, που είχε κάνει αίσθηση για την τολμηρότητα της γραφής της και της θεματογραφίας της και έγινε γνωστή στο Πανελλήνιο επειδή τόλμησε να απομυθοποιήσει τον Καζαντζάκη δημοσιεύοντας το 1959 τη μελέτη της «Νίκος Καζαντζάκης. Ένας τραγικός»

Αναμνηστική φωτογραφία του 1901 / Νίκος Καζαντζάκης, μαθητής ΣΤ' Τάξης


Έτσι ξεκινάει την εργασία της η Μαριέττα Ιωαννίδου, Καθηγήτρια του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, με θέμα: Νίκος Καζαντζάκης: Υμνητής της Γυναίκας ή Μισογύνης;

Και συνεχίζει η Μαριέττα Ιωαννίδου:
Το παραπάνω απόσπασμα της ομιλίας της με έβαλε σε σκέψεις, γκρέμιζε ένα είδωλό μου, κατά κάποιον τρόπο, επειδή είχα από το Λύκειο διαβάσει κιόλας τα περισσότερα έργα του μεγάλου συγγραφέα και τον θαύμαζα απεριόριστα! Την περίοδο εκείνη μάλιστα διάβαζα την «Οδύσσειά» του και ήμουν άκρως εντυπωσιασμένη, όχι μόνον από τη φαντασία του συγγραφέα, αλλά κι από τη γλώσσα του, με τις ασυνήθιστες και πρωτάκουστες για μένα λέξεις, που με γοήτευαν, σαν θύελλα... Κυρίως στο έργο αυτό, αλλά και στα μυθιστορήματά του, είχα συναντήσει πληθώρα γυναικών κι αντρών που ζούσαν παθιασμένους έρωτες. Πώς ήταν λοιπόν δυνατό ο ίδιος να μην είχε γνωρίσει ποτέ τον έρωτα?

Δύο χρόνια μετά την ομιλία της Ζωγράφου, το 1975, κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γεωργίου Π. Σταματίου «Η γυναίκα στη ζωή και στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» όπου, ουσιαστικά, γίνεται μια προσπάθεια ανατροπής των όσων υποστήριζε η Λιλή Ζωγράφου, συμπεραίνοντας ότι «ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν τέλεια φυσιολογικός άντρας, ικανός, όσο λίγοι, να κατακτήσει μια γυναίκα σωματικά και ψυχικά».
Ενώ η Ζωγράφου αναφέρεται στη μελέτη της σε συζητήσεις που είχε με την πρώτη σύζυγο του Καζαντζάκη τη Γαλάτεια, ο Σταματίου στηρίζεται κυρίως σε επιστολές και πληροφορίες που του παραχώρησε η δεύτερη γυναίκα του συγγραφέα, η Ελένη.
Μια ακόμη αντίφαση, οι δύο αυτές μελέτες, από τις τόσες πολλές που υπάρχουν για τον Καζαντζάκη ως άνθρωπο κι ως συγγραφέα, θα λέγαμε. Για μένα πάντως υπήρξαν το κίνητρο μιας προσπάθειας να απαντήσω στο ερώτημα αν ο μεγάλος συγγραφέας ήταν τελικά μισογύνης ή αντίθετα υμνητής του θηλυκού ανθρώπινου γένους.

H «βόμβα» της Λιλής Ζωγράφου
Η Λιλή Ζωγράφου γνώρισε περισσότερες επικρίσεις παρά επαίνους γι' αυτό το βιβλίο, που παρ' όλα αυτά καταφέρνει να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη.
Δεν είναι απλό πράγμα να τα βάζεις με τους μύθους στη σύγχρονη Ελλάδα, αλλά η Λιλή Ζωγράφου το τολμά, και τα γεγονότα τη δικαιώνουν, αφού σ' αυτή τη σχεδόν πλήρη απομυθοποίηση του Καζαντζάκη που επιχειρεί, βρίσκει το δίκιο της από ανθρώπους που τον έζησαν από κοντά, κι ας μην τον έχει γνωρίσει ποτέ η ίδια.

Τι έλεγε ο Γεώργιος Παπανδρέου για τον Καζαντζάκη
Ένας απ' αυτούς ήταν ο λεγόμενος «Γέρος της Δημοκρατίας» Γεώργιος Παπανδρέου που ομολόγησε στον πατέρα της συγγραφέως: «Έγραψε ένα βιβλίο για τον Καζαντζάκη, μπράβο της. Όπως ξέρεις τον γνώριζα καλά και συνεργάστηκα ένα φεγγάρι μαζί του. Σε βεβαιώνω, Αντρέα, δεν θα 'σβηνα ούτε θα πρόσθετα λέξη στο βιβλίο της κόρης σου αν το 'γραφα ο ίδιος» γράφει ο συγγραφέας Λάκης Φουρούκλας στο μπλογκ του «Του κόσμου τα βιβλία».
Πολύ σημαντική και η μαρτυρία της ξεχωριστής εκείνης γυναίκας που υπήρξε η πρώτη του σύζυγος, της Γαλάτειας Αλεξίου Καζαντζάκη. Όταν τη ρώτησε η Λιλή Ζωγράφου : «Είχα δίκιο; Ο Καζαντζάκης ήταν αυτό που είδα;» - «Πέρα για πέρα» της απάντησ' εκείνη. Εξάλλου ο κριτικός λογοτεχνίας Δημοσθένης Κούρτοβικ, σε άρθρο του στην εφημερία Τα Νέα τοποθετούσε το βιβλίο αυτό στην κορυφή των έργων της συγγραφέως.

Για να πω την αλήθεια, την πρώτη φορά που διάβασα αυτό το βιβλίο μου προκάλεσε θλίψη. Η Ζωγράφου γκρέμιζε ένα από τα είδωλά μου. Αλλά στη δεύτερη και την τρίτη ανάγνωση το αποφάσισα: «Καλά έκανε!» Με έπεισε με την αλήθεια των λόγων της, με τα επιχειρήματά της. Κι όχι, δεν ένιωσα να μειώνεται μέσα μου η αξία του Καζαντζάκη σαν συγγραφέα, αλλά να μεγαλώνει η συμπάθειά μου γι' αυτόν σαν άνθρωπο. Γιατί υπήρξε ένας δυστυχής. Κάποιος που έζησε πολύ μες τον ψυχικό πόνο. Κάποιος που δεν μπόρεσε να ζήσει όπως θα ήθελε και δημιούργησε υπερανθρώπους και θεούς για να ζήσουν τη φανταστική ζωή του. Ένας άνθρωπος που ζούσε σε συνεχή σύγκρουση με τον εαυτό του και τους γύρω του. Ένας δολοπλόκος της ζωής που ότι δεν μπορούσε να αγγίξει, το δημιουργούσε καταπώς τ' άρεσε στα γραφτά του.

Ενας τραγικός ακροβάτης πάνω από το χάος
Ένας τραγικός, να τι ήταν ο Καζαντζάκης, «ένας ακροβάτης πάνω απ' το χάος», όπως αυτοχαραχτηρίζεται, άσπλαχνος για την ανθρωπότητα, άσπλαχνος για τον εαυτό του, που 'χε όμως φυλάξει μπόλικη ασπλαχνιά και για τον μελετητή του.

Ο «τραγικός» δεν είναι ο μόνος τίτλος που δίνει στον Καζαντζάκη η Ζωγράφου, αφού τον χαρακτηρίζει και αλύτρωτο, κάποιο που ζητούσε σωτηρία μέσα από τα γραφτά του για να σωθεί από τις γνώμες των άλλων, αλλά «πολύ λίγα απ' τα πολλά που... έγραψε τον λύτρωσαν πραγματικά». Μοναδική παρηγοριά στο μοναχικό αγώνα που έδινε ήταν η δεύτερή του γυναίκα, η πιστή Ελένη. Αλλά όταν η Ζωγράφου συγκρίνει τη Γαλάτεια με την Ελένη, η τελευταία φαντάζει ασήμαντη, σαν φάντασμα ζωής: «Στην πραγματικότητα, η Γαλάτεια έχει δυνατή προσωπικότητα, αμείλιχτη ειλικρίνεια και πολλή εξυπνάδα, για να την ανεχτεί εύκολα ένας άντρας. Μόνον ένας άνθρωπος με πολλή σιγουριά κι υγιή αυτοπεποίθηση χαίρεται να 'χει τέτοιο τύπο γυναίκας κοντά του. Αντίθετα, η Ελένη... είναι σαν το σύννεφο που τον κρατάει στις μετεωρίσεις του. Κι ακόμα έχει κάτι απ' τη δική του διάθεση του πλάνητα. Κι είναι τόσο ερωτευμένη, που δεν το 'χει σε τίποτα να τον ακολουθήσει και στην κόλαση».

Δειλός, ουτοπιστής, μανιακός φιλόδοξος
Η Ζωγράφου, όμως, είναι το ίδιο αμείλικτη όσο και το αντικείμενο της μελέτης της, έτσι οι χαρακτηρισμοί που του αποδίδει δεν έχουν τελειωμό:
«Ήταν λοιπόν ουτοπιστής και δονκιχωτικός, ακριβώς γιατί ήταν και δειλός και μανιακός φιλόδοξος. Και όλ' αυτά πάλι ξεκινούσαν από ένα μικρό παράπονο, καθώς ένιωθε τον εαυτό του πεταγμένο έξω από τις τάξεις της ζωής... Αυτός ήταν ο Καζαντζάκης: ένας εγωκεντρικός».
Όσο κι αν τονίζει τις αδυναμίες του, δεν παραλείπει να μιλήσει για τα προτερήματά του, αφού «...ο Καζαντζάκης είναι μια εξαιρετική περίπτωση ανθρώπου που κατάφερε, με τη σπάνια εργατικότητά του, να αποδώσει εκατό τα εκατό παραπάνω απ' όσο ήταν προικισμένος. Πολύ λίγοι πέτυχαν να αξιοποιήσουν τον εαυτό τους περισσότερο απ' όσο αυτός...».
«Τραγικοί είναι όσοι στέκουνε τόσο παραπονεμένοι έξω απ' τη ζωή, τόσο μακριά απ' τον άνθρωπο, σαν ''καταραμένοι". Τέτοιος υπήρξε και ο Καζαντζάκης, αυτός ο τρυφερός μα και πολύ δυστυχισμένος ποιητής...».
Το βιβλίο αυτό διαβάζεται σαν μελέτη, αλλά και σαν (ψυχολογικό) μυθιστόρημα.

Ποιά ήταν η Λιλή Ζωγράφου
Η Λιλή Ζωγράφου γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 17 Ιουνίου του 1922, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας «Ανόρθωση», με ιδιαίτερα φιλελεύθερες ιδέες για την εποχή του και πάθος για τη δημοσιογραφία. Η Λιλή Ζωγράφου φοίτησε στο «Λύκειο Κοραής» και στο «Καθολικό Γυμνάσιο Ουρσουλινών» της Νάξου.
Σπούδασε φιλολογία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής και ενώ ήταν έγκυος, φυλακίστηκε για αντιστασιακή δράση και γέννησε στην φυλακή την θυγατέρα της, μετέπειτα ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη (1943 – 2003). Μετά την απελευθέρωση, εργάσθηκε ως δημοσιογράφος σε γνωστά περιοδικά και εφημερίδες, ταξιδεύοντας παράλληλα πολύ στην Ευρώπη και στις Ανατολικές χώρες. Την περίοδο 1953 – 1954 έζησε στο Παρίσι.

Δημοσίευσε μικρά έργα της σε λογοτεχνικά περιοδικά και πρωτοεμφανίστηκε στην βιβλιογραφία το 1949 με την συλλογή από νουβέλες με τίτλο «Αγάπη». 'Εγινε ευρύτερα γνωστή 10 χρόνια αργότερα, με το βιβλίο της για τον Νίκο Καζαντζάκη «Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός». Kατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974) δημοσίευε στο δεκαπενθήμερο περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ - που απευθυνόταν σε καλλιεργημένες γυναίκες της μέσης τάξεως - άρθρα με ανατρεπτικό και πολιτικά τολμηρό περιεχόμενο που έκρυβαν τον κίνδυνο να εξοργίσουν την στρατιωτική εξουσία.

Εξέφρασε έτσι τις δυνάμεις της νεολαίας που επρόκειτο αργότερα να κάνουν τη δική τους εξέγερση. Τα άρθρα εκείνα έμπασαν στον Τύπο της εποχής ένα καινούργιο ρεύμα ελευθερίας και ανανεώσεως και έγιναν σημεία αναφοράς και ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον, όχι μόνον για τις γυναίκες αναγνώστριες του περιοδικού, που είδε την κυκλοφορία του να απογειώνεται. Έδινε τότε διαλέξεις και οι αίθουσες ήταν κατάμεστες από νέο κυρίως κόσμο. Τότε (1971) ήταν που έγραψε και το βιβλίο της για τον Ελύτη (Ελύτης Ο Ηλιοπότης), το οποίο είχε δώσει στον ίδιο να το διαβάσει πριν δημοσιευτεί.
Ο Ελύτης δεν το ενέκρινε, την απέτρεψε - σχεδόν της απαγόρευσε - να το δημοσιεύσει. Αλλά εκείνη όχι απλώς το δημοσίευσε αλλά και σε δημόσιες διαλέξεις της φανέρωσε, με πολλή στενοχώρια, την αποδοκιμασία του ποιητή για το βιβλίο της. Ο Ελύτης (ο οποίος αργότερα, το 1979, βραβεύθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας) ίσως ήταν ευαίσθητος να μην «παρερμηνεύεται» η ποίησή του, αλλά και η Λιλή Ζωγράφου υπερασπίστηκε το δικαίωμά της να γράφει αυτά που είδε στην ποίησή του. Αυτή η πνευματική ελευθερία, η εγρήγορση και η έντιμη μαχητικότητα είναι χαρακτηριστική της Ζωγράφου σε όλα όσα έκανε και έγραψε, ακόμη και στα «λάθη» της. Δημοσίευσε 24 βιβλία (μυθιστορήματα, νουβέλες και δοκίμια) που έχουν κάνει αλλεπάλληλες εκδόσεις. Έγραψε σημαντικά δοκίμια για Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Επιπλέον, το μυθιστόρημά της «Η αγάπη άργησε μια μέρα» (1994) διασκευάστηκε για την ελληνική τηλεόραση. Ο λόγος της υπήρξε αντισυμβατικός και χαρακτηρίστηκε ως η σκοτεινή θεά Εκάτη της λογοτεχνίας μας.
Το έγραψε η Μαριέττα Ιωαννίδου

Πηγή: Δημοσιεύτηκε στο iefimerida (25/7/2013)



Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

Η Ιταλίδα Cosmina Furchi Gliatas συναντά τα «Κίτρινα Ποδήλατα» και ηχογραφούν το «Rabbia e Poesia» (Θυμός και Ποίηση)


Cosmina Furchi Gliatas
Με αφορμή την κυκλοφορία δέκα τραγουδιών από τα «Κίτρινα Ποδήλατα» με την «Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ», ας γνωρίσουμε μια φίλη Ιταλίδα από την Vibo Valentia που, αν η μισή της καρδιά είναι στην Ιταλία, η άλλη μισή στην Ελλάδα βρίσκεται και συμμετέχει με ένα τραγούδι, που τους στίχους έγραψε η ίδια, στα Ιταλικά. Είναι μια γυναίκα με έντονο το Ιταλικό ταπεραμέντο που σ' αυτό, έχει προστεθεί η μαχητικότητα και η ζωντάνια της Ελληνίδας αφού, εδώ και 30 χρόνια, ζει στην Ελλάδα. Έχει δυνατή γραφή και στον ποιητικό και στον πεζό λόγο.




Η Cosmina Furchi γεννήθηκε στην Ιταλία (Vibo Valentia) 
και ζει μόνιμα στην Ελλάδα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Messina. Στα πλαίσια του Προγράμματος Εrasmus φοίτησε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως καθηγήτρια της Ιταλικής Γλώσσας σε Φροντιστήρια Ξένων Γλωσσών και στο Ε.Κ.Ε.Μ. (Ελληνικό Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών). Επίσης εργάστηκε ως μεταφράστρια, διερμηνέας και συνεργάτρια του Εκδοτικού οίκου Grivas, αντιπροσωπεύοντας τον Ιταλικό Εκδοτικό οίκο Bonacci Editore γράφοντας Βοηθήματα για Έλληνες. Το καλοκαίρι του 2007 κυκλοφόρησε στην Ιταλία το πρώτο της βιβλίο, «Avvincenti avventure ... da prendere al volo», Εκδόσεις MEF L' Autore Libri Firenze. Στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί και κυκλοφορούν από τις «Εκδόσεις Παρρησία» το βιβλίο «Μια καθαρή φιλία» και η σειρά «Μια φορά και έναν καιρό άκου τι έχω να σου πω...» που αποτελείται από εικονογραφημένα βιβλιαράκια με διδακτικά ποιήματα για μικρούς και μεγάλους. «Το μικρό έλατο και η ευχή του»«Το Πάσχα»,  και «Άνθη καρδιάς»   
Έχει κερδίσει το Τρίτο, Πρώτο, Πρώτο, Δεύτερο, Δεύτερο και Τρίτο Βραβείο Ποίησης, στο Διεθνή Διαγωνισμό «Premio Internazionale di Poesia: Tropea Onde Mediterranee, Onda quinta: Poesia d’Europa e Mediterranea», το 2008, 2009, 2010, 2011, 2012 και 2013 αντίστοιχα. 
Αρθρογράφηση σε πολλά δημοσιογραφικά ελληνικά και ιταλικά sites: aixmi.gr - contra.gr - tribune.gr - thepaper.gr - theinsider.gr - efsyn.gr - toxwni.gr - infoggi.it, κ.λ.π. και συγγραφή στίχων σε ιταλικά και ελληνικά τραγούδια. Είναι παντρεμένη και έχει δύο παιδιά.

(Cosmina's  Facebook profile)

Τελευταία της δημιουργία είναι το ποίημα «Rabbia e poesia» που τη μουσική έγραψαν τα «Κίτρινα Ποδήλατα» και περιέχεται στο δίσκο «The orchestra project» (2016) μαζί με άλλα εννέα, στην καινούργια δουλειά που κυκλοφόρησε το δυναμικό αυτό συγκρότημα, με τη συμμετοχή της «Ορχήστρας Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ». Όλα τα τραγούδια θα τα βρείτε ΕΔΩ

«Rabbia e poesia» Το ακούτε Εδώ
**********************************************

Η ίδια γράφει:
"Θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στο Γιώργο και τον Αλέξανδρο, στα Κίτρινα Ποδήλατα, για την τιμή που μου έκαναν δίνοντας μια υπέροχη μουσική τους, ένα πανέμορφο τραγούδι, το «Ξένη Ακτή», που τραγούδησαν πριν χρόνια, μαζί με τη Δήμητρα Γαλάνη, για να βάλω ιταλικό στίχο. Πάντα αγαπούσα και αγαπώ τα τραγούδια τους. Τους παρακολουθώ από την αρχή της καριέρα τους. Και ο λόγος είναι ότι δε γράφουν απλά στίχους, αλλά ποίηση. Έχουν επίσης τραγούδια κοινωνικά, όπου εκφράζουν τη θέση τους βγάζοντας ένα θυμό για την κατάσταση που βιώνουμε. «Θυμός και ποίηση» είναι λοιπόν για μένα τα Κίτρινα Ποδήλατα. Αυτός είναι ο τίτλος του τραγουδιού που έγραψα, «Rabbia e Poesia». Θυμός για ότι δεν μας αρέσει, στη σωστή δόση, για να μας κάνει να αλλάξουμε τα πράγματα γύρω μας και ποίηση ως ευαισθησία, αγάπη, αντιμετώπιση της ζωής. Τους ευχαριστώ θερμά, από τα βάθη της καρδιάς μου, για την άψογη συνεργασία μας. Είναι επαγγελματίες και τελειομανείς και ότι κάνουν το κάνουν με μεράκι, με αγάπη, γι’ αυτό και τα τραγούδια τους φτάνουν στο κοινό και γνωρίζουν τόσο μεγάλη επιτυχία. Για το Γιώργο και τον Αλέξανδρο, ένα έχω να πω, πως είναι υπέροχα παιδιά και πως είμαι περήφανη για την φιλία μας. Κίτρινα Ποδήλατα, καλή επιτυχία, «In bocca al lupo»"


Rabbia e Poesia, λοιπόν, dalla Calabria alla Grecia

«Rabbia e poesia»


Tu, ovunque tu

sorriso che trema
ti rivedo ancora
mentre in silenzio
te ne vai via.


Ed io fermo qui

immobile ormai
lo sguardo nel vuoto
fermarti vorrei.


Ma cosa potrò

offrirti di più
se il mio sogno in volo
caduto è ormai giù.


Ma sei dentro me

e non vai più via
in ogni mio gesto
sei rabbia e poesia 
sei rabbia e poesia, solo tu.


Solo tu

tu mi prendi i sensi
io con te
verso cieli immensi, vuoi
senza te, niente al mondo più
ha senso.
Io con te
nessun’ ombra più accanto
dei tuoi occhi
sai che non mi stanco, mai
sarai mia,
tu sorriso e poesia.
(Sei rabbia e poesia).


Sei il mio mondo, un sogno il mio amore tu 

sei il mio mondo, un sogno il mio amore tu
non mi arrendo, non mollo ma insisto di più
non respiro non volo io non vivo più.
Sei il mio mondo, un sogno il mio amore tu
sei il mio mondo, un sogno il mio amore tu
non voltarmi le spalle non farlo mai tu

è di te che ho bisogno d’ una marcia in più.


Ένα ακόμα τραγούδι με την Μαντώ που τους στίχους έχει γράψει η Cosmina Furchi Gliatas, 
φυσικά στα Ιταλικά. «Il Paradiso Nascera»

Το ακούτε Εδώ
********************************************
Το πρώτο ποίημα της Cosmina Furchi Gliatas που μελοποίησε ο Filippo Anile. Τρυφερό ποίημα, όμορφη μελωδία



Παρακάτω διαβάστε ένα πεζογράφημα που δημοσιεύτηκε στο σάιτ  «ΑΙΧΜΗ», του οποίου υπήρξε τακτική συνεργάτιδα. Όπως θα καταλάβετε αναφέρεται σε γνωστά τραγούδια του Βασίλη Παπακωνσταντίνου που τα προσεγγίζει με τον δικό της τρόπο.




Γράφει η Cosmina Furchi Gliatas
Βράδυ Σαββάτου, Τα Φώτα Ανάβουν στη Σκηνή και ο Κουρσάρος, με τη Σφεντόνα του, πάνω σε Ένα Καράβι Παλιό Σαπιοκάραβο, με Ένα Νέγρο Θερμαστή από το Τζιμπουτί, στέλνει Χαιρετίσματα στην Εξουσία, λέει Όχι Σε Όλα, ενώ έξω, στους Δρόμους της Πόλης, Ερημιά, Ερινύα, Πάλι Βρέχει και Φυσάει, Μπουρίνι, Άρρωστος Καιρός και εγώ κοιτώ Το Δελτίο των Οκτώ.

Το Πάρτι Αρχίζει! S.O.S, ορίστε Τα Χάλια Μου… μας!! Χάσαμε την Ταυτότητα, Το Μέτρο. Ακούγεται Το Τραγούδι της Πλατείας. Μιλάνε για τις Μέρες που Δικάζουν. Λοιπόν, Τι Κάνουμε Εδώ; Το Παιχνίδι Παίζεται, ο δημοσιογράφος, ο Λεγεωνάριος, φοράει Μάσκες και, Ελεύθερος και Μόνος, λες και κάνει Μονόλογο Στο Μπαρ, λέει το Μελόδραμα, μιλάει για Απεργία, για Δημόσιους Υπάλληλους, για το “Παράπονο Του Ιούδα”, αλλά όχι για Δικαιοσύνη, λες και μιλάει για Εχθρό Λαού. Όλα τα Έχει ο Μπαξές! Μάλιστα κύριε δημοσιογράφε, Χτύπα Χτύπα, Το πας φιρί φιρί, Δεν Σε Γουστάρω, Όλα για ένα κουστούμ. Πάρε Τα Δώρα από το Πανηγύρι Σου, Βαρέθηκα τα Χωρατά και το God Bless America και αυτό που Ειπώθηκε. Φταις. Γι Αυτό Κρύψου, Τώρα Τώρα! Ενώ Το Ηλεκτρικό Πρόβατο Κοιμάται, δεν ξυπνά ούτε με τον ήχο του Ακορντεόν, ούτε Όταν Μπήκαν στην Πόλη οι Εχθροί. Καλά Να πάθει, Δεν είναι Ώριμος.

Να Δεις Τι Σου Έχω Για Μετά. Κράτα λίγο ακόμα. Φίλοι Καλοί Μου Κι Αδερφοί! Το Σίριαλ μιλάει για το Ματωμένο Λάβαρο και Μπουμ, μια Στροφή και το Τρένο φτάνει στην Αφετηρία. Κλείνω. Η κατάσταση Δεν Σηκώνει, Δεν Πάει Άλλο. Μίλησέ Μου, Που είναι η Έξοδος; Χρόνια Φορτώνω με το Ψέμα σου, και τώρα Καταρρέω, με Μια Απλή Αλήθεια, αισθάνομαι Σαν Ξεκουρδισμένο Πιάνο, σαν Ξένος … ‘Όλοι Στο Ίδιο Έργο Θεατές, όλα σκορπισμένα Στους Πέντε Ανέμους, και Αυτούς Τους έχω Βαρεθεί. Ξύπνα Λαέ, ακόμα με Το Σταυρόλεξο; Αν Είσαι Μάγκας, Πες Του Να Πάει να να να να, δεν είναι η Πραγματικότητα αυτή. Όχι δεν Πουλάμε, Πώς Να Στο Πω; Σπάνε Οι Χορδές Μου, Να Καούν όλα! Σου λένε ότι είσαι Ένοχος Χωρίς Αιτία, τι περιμένεις; Τον Τρίτο Παγκόσμιο;

Έχω Αυταπάτες και σε βλέπω, σαν Στρατιώτης με Καμπαρτίνα που πηγαίνεις προς την Πρέβεζα, με Ένα Μαχαίρι στα χέρια. Εν Δυο Κάτω Εν Δυο Κάτω και τραγουδάς Μια Μπαλάντα Για Το Γιάννη όταν κάνεις Σκοπιά … Στην Οθόνη της Ψυχής μου, φαίνονται Όλα Από Χέρι Καμένα, Στο Γήπεδο Αυτό, Χάθηκα, και εγώ σαν Ατλαντίδα. Χαμένες Αγάπες, Χάρτινα Δεσμά, και εγώ, αν και Προσέχω, Δυστυχώς, Φοβάμαι, Αγάπη Μου, αλλά Αντέχω, και ξέρω ότι κι εσύ θα μου έλεγες “Κράτα Ρε Φίλε Γερά, Δεν Θα Πεθάνουμε ποτέ Κουφάλα Νεκροθάφτη”. Αρνούμαι Να Πεθάνω, Μπρος Γκρεμός και Πίσω Γκόμενες. (Όταν Γυρίσω Θα Τους Γ@μ#σω!!)

Θα Περιμένω να Έρθεις. Μη Νυχτωθείς, θα σε κοιτάζω και, Αχ Τα Μάτια Σου, Όλα Για Πάρτη Σου, Πες Μου Ένα Ψέμα Για Να Αποκοιμηθώ, Να Κοιμηθούμε Αγκαλιά, για μια Καληνύχτα… Πριν Το Τέλος. Έλα, Μη Μιλάς, Σε Ακολουθώ, Να Μ’ Αγαπάς. Ευτυχώς, Ονειρεύομαι, Σε ένα Μαξιλάρι Φεγγαράκι, Ουράνια Τόξα Κυνηγώ, και τρώω Βατόμουρα δίπλα σε Μια Θάλασσα στη Σκάλα. Χρωματίζω Πουλιά πάνω σε μια Τσουλήθρα ενώ ρίχνει Φρέσκο Χιόνι εκεί στο Πόρτο Ρίκο. Το Ποντίκι κι ο Αετός, Μια Πεταλούδα, Ένα το Χελιδόνι και μια Γοργόνα είναι πάνω σε μια Κάντιλακ. Βλέπω Κάτι Διάφανες Ψυχές, Κι αν Τα Μάτια Σου Μου Λένε Γέλα μου, να ακούνε οι Ψυχές και οι Αγάπες θα το κάνω … Μίλα μου, πες μου για μας, δεν με ενδιαφέρει Η Ζωή Των Άλλων, εγώ Αγαπάω και Αδιαφορώ … αλλά τι νόημα έχει το όνειρο χωρίς Μικρές Νοθείες.

Αλλά Τα Βράδια, Αλλάζεις και μου λες, Βασίλισσά μου, κι εγώ σου λέω κάνε μου Ένα Αλλιώτικο Νανούρισμα, Δώσε μου Μια Αγκαλιά, γιατί Νιώθω Μεγάλη Μοναξιά και τότε είναι σαν Άνοιξη Μπαίνει και γλυκάνει το Πιο Σκληρό Γαλάζιο, Σε Θέλω … Πού Είσαι; Να Με Φωνάξεις. Πόσες Φορές να σου το πω … Έχω Ανάγκη, Κάψε με, Σ’ Αγαπάω Ακόμα. Απόγευμα της Κυριακής, Βρέξε Θεέ Μου Όσο Μπορείς. Η Αγάπη Πάει Μονάχη και Σαν Να Μη Σε Έχασα Ποτέ Μου λες Άνοιξέ Μου Να Κρυφτώ. Φρόνιμα Κούκλα Μου, Μη Με Αλλάζεις, Πάρε Mε, Να Mε Κρατάς, Πιο Ψηλά, Σαν Tων Ματιών Σου Τις Βαφές. Κοιμήσου Εσύ, Μη Φύγεις γιατί εγώ, άλλη Μια Καινούρια Μέρα αισθάνομαι Σαν Ναυαγός και όχι Σαν Πρωταθλητής, Δεν Υπάρχω …

Θα Έρθουν Στιγμές που Θέλω Οξυγόνο, σου λέω, Συγγνώμη, αλλά Άσε Με να Κάνω Λάθος. Ο.Κ.; να πιω Αλκοόλ Και Βροχή με τα Δυο Χείλη Κατακόκκινα και με ένα Μπολερό, Ευκαιρία να βρω το δρόμο για τον Παράδεισο, γιατί Χρειάζομαι Αγάπη, δώσε μου Πέντε Λεπτά να πω “Εγώ Είμαι Εγώ”, Θυμός και Χαραυγή, και εσύ, αν θες, Να γράφεις να Τηλεφωνείς ή Στείλε μου Μήνυμα …

Αχ Μπαγάσα, Πόσο Μου Λείπεις… Κάθε Πρωί Θυμάσαι Για τη Ζωή Σου Μου Έλεγες. Ίσως μια μέρα θα παίζουμε Τυφλόμυγα με τη Στέλλα, την Ελένη, την Αλίκη, την Άρτεμη, τον Ορέστη, τον Σεμπάστιαν, την Μελίνα, με τον Κουμπάρο. Ο Τρελός κι ένας Πιτσιρικάς που κάνει Παράπονο στη Λίνα, όλοι μαζί σαν Έφηβα Γεράκια, Έλα να κυνηγάμε ένα Μαύρο Γάτο, Στο Πεζοδρόμιο, εκεί, στη Βικτόρια ή στην Οδό Ελλήνων ενώ, σε Κάθε Βήμα η Μαμά μας φωνάζει, Στο Καλό Να Πας …

Αχ, φίλε, Δεν Έχω Άλλη Υπομονή, Έφτασες Αργά, Φεύγουν Καράβια κι εγώ Αρνιέμαι να πάρω Φάρμακα και Βιταμίνες, λέω Υπάρχει Θεός και ζητώ Άσυλο, γιατί Εδώ δεν Προσκυνήσαμε και θα πούμε Για Και Χαρά Σας Βρε Πατριώτες, σας στέλνω Μια Καλησπέρα και … Άιντε Μια, Είμαι Εντάξει! Σε Είδα και Αναστήθηκα, Για Μένα Τραγουδώ, Για Σένα, Είμαστε Δυο Γίναμε Τρεις, Κι αν Είμαι Ροκ Δεν μου Αρέσουν τα Τραγούδια Σας, θα παίζω εγώ, Τα Πιο Καλά Τραγούδια Μας, Σαν Κιθαρίστας του Θεού, Ένα Μπλουζ, Ένα Διδυμότειχο Μπλουζ ή ένα Ρεμπετομπλούζ, Πρώτη Μαΐου, Παραμονή Πρωτοχρονιάς, Το Χειμώνα ή Το Καλοκαίρι, εκεί στο Καραϊσκάκη, Με Τον Μπομπ Ντίλαν και θα Χορεύω, Το Χορό της Πέτρας, γιατί Δεν Χρωστάω σε Κανένα, Δώσαμε και Κάτι Μένει, οπότε, Έλα Να Με Βρεις και στο κάτω κάτω, Γιατί Να Μην Κεράσω αφού Venceremos, έτσι λένε Δυο Φίλοι μου και θα τραγουδάμε Τα Πουλιά της Αγάπης και θα χορεύουμε Ζεϊμπέκικο της Φυλακής.

Έτσι Μου Αρέσει, Έτσι Είναι Ο Έλληνας! Για Σένα Ελλάς, Με την Αγάπη μας, Χρόνια Πολλά να έχεις. Σ’ Αγαπώ, Να Προσέχεις, Ζήτω, Ζήτω! …
κι όση αγάπη σου έχω στείλει είναι Από Μένα Τον Βασίλη.

*Αφιερωμένο στη γλυκιά Νικολέτα, το κορίτσι του Βασίλη.

Περισσότερα άρθρα της Κοσμίνας στην --->ΑΙΧΜΗ


Κείμενα-Παρουσίαση: Χρήστος Ζουλιάτης


Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Αρσινόη Βήτα: Τρία λογοτεχνικά κείμενα και ένα ποίημα, μιλώντας ψιθυριστά για να μη χάνουν το άρωμά τους.

Αρσινόη: Που ξεσηκώνει («αίρει τον νου») τα μυαλά.
(Όνομα βασιλισσών των Πτολεμαίων της Αιγύπτου).
Η Αρσινόη Β' ήταν βασίλισσα της Θράκης και συμβασιλέας της Αιγύπτου μαζί με τον αδερφό και σύζυγό της Πτολεμαίο Β'. Έπαιξε κύριο ρόλο στην πολιτική που διαμόρφωσε τα δυτικά κράτη που σχηματίστηκαν μετά τη διάλυση του απέραντου κράτους του Αλέξανδρου. 
Αυτή ήταν, εν συντομία, η Αρσινόη Β', όμως, η δική μας Αρσινόη Βήτα είναι μια σύγχρονη γυναίκα, διαδικτυακή φίλη, που εντυπωσιάζει με τη γραφή της.

Όταν της ζήτησα ένα σύντομο βιογραφικό της, μου έστειλε την παρακάτω ατάκα: «Ψάξε, θα με βρεις. Όχι στoν κόσμο των λέξεων. Στων πράξεων την αυταπόδεικτη σιωπή». Ειλικρινά, πιο σύντομο  και αινιγματικό βιογραφικό, δεν έχω δει. Έτσι, λοιπόν, αφού δεν μπορούμε να την βρούμε στις  πράξεις της, θα την συναντήσουμε  και θα την γνωρίσουμε σε τρία λογοτεχνικά της κείμενα που μου εμπιστεύτηκε.







«Ψιθυριστά μιλώ για τα ακριβά μου αισθήματα...να μη χάνουν το άρωμά τους»
Ποτέ δεν έπαψα να ψάχνω το όμορφο ,το ουσιαστικό στην κάθε μέρα που μου χαρίζεται . Τώρα πια καταλαβαίνω ότι είναι ανεπανάληπτη. Της δίνω χρώμα, της χαμογελώ, της κλείνω το μάτι... Είναι δική μου, μοιράζεται, πολλαπλασιάζεται με τους ανθρώπους γύρω μου. Αυτούς που χαμογελούν με επίγνωση της πραγματικότητας, τους απλούς που είναι σπουδαίοι , και τους σπουδαίους που είναι απλοί, ακούραστοι εργάτες σε αυτό που κάνουν, παρόντες. Αυτούς που από μέσα τους αναβλύζουν επιθυμίες που αγγίζουν διαφορετικές πλευρές τους, αλλά που όλες περικλείουν την βασική επιθυμία για ZΩΗ ,που δεν περιορίζουν την ερωτική τους ικανότητα μόνο στις ερωτικές τους σχέσεις. Παλεύουν με τον εαυτό τους, για ένα σκοπό , για αξίες , για τον ΑΝΘΡΩΠΟ. Γνωρίζουν ότι το καινούριο αναδύεται μέσα από πόνο, από έκρηξη, από θάνατο, ποτέ μέσα από την ευκολία. Παραμερίζοντας τη δική τους αλήθεια ανακαλύπτουν την ΑΛΗΘΕΙΑ. Προτιμούν το διαφορετικό, το ξεχωριστό πληρώνοντας τις επιλογές τους αδρά. Χωρίς μιζέρια, χωρίς τσιγκουνιά με την καρδιά και το νου επιλέγουν. Συγκινούνται από τη σοφία της απλότητας . Ταξιδεύουν στο μπλε της θάλασσας και οι ορίζοντές τους είναι μακρινοί. Είναι φίλοι μου, είμαι εγώ που... Ψιθυριστά μιλώ για τα ακριβά μου αισθήματα...να μη χάνουν το άρωμά τους…
Αρσινόη Βήτα
***************



«Οι γέφυρες του κόσμου»
Άνθρωποι με αξίες, οι πολύτιμες γέφυρές μας. Κι αυτή η ομίχλη πάνω από τη ζωή μας κι οι ήλιοι οι χαρές μας που κρύφτηκαν από ντροπή σε μια μέρα -μέρες- τρόμου. Κι αυτά τα ανταριασμένα ποτάμια των ανθρώπων που από τα πάθη και τα κρίματά τους, τους κάθε λογής -ισμούς τους από τα θηκάρια βγάλαν τα ξίφη για να αιματοκυλήσουν κάθε αξία. Μίσος και μόνο στο μίσος υπάκουοι υπηρέτες. Στην υποκρισία και στην απληστία αυτάδελφοι. Και γέφυρες πουθενά, σαν να χαθήκαν απ' το λεξιλόγιο.
Οι μύθοι τις θέλουν να στέκονται υπερβατικά, να στεριώνουν σε πείσμα των αντίξοων καιρών και να ενώνουν. Κτίζονται πέτρα την πέτρα από εκείνους που έκαναν τον πόνο τους σοφία και στη ματωμένη καρδιά τους από θάνατο δε λύγισαν. Έτειναν το χέρι για συμφιλίωση και ξέρουν πως μόνο έτσι επουλώνονται πληγές. Γιατί η ψυχή τους είναι πιο βαθιά από τις πληγές τους. Άνθρωποι άγνωστοι, καθημερινοί που όταν κλήθηκαν από την κακή συγκυρία σήκωσαν τα μάτια στον ουρανό και το ανάστημά τους μέτρο ηρώων πήρε. Οι ήρωές μου, που με κάνουν να χαμογελώ με πίστη στην ανθρώπινη ύπαρξη στο τέλος της μέρας. Κι αυτοί που ήσυχα, ανεπιτήδευτα κι απλά χωρίς καν να το ξέρουν φωτίζουν κάθε γωνιά του χώρου που βρίσκονται. Προσφέρουν με ανιδιοτέλεια στα παιδιά, στους συνανθρώπους όπου γης. Δεν έχουν ακούσει ποτέ χειροκρότημα κι όμως σε κάθε βήμα τους η συνείδησή τους χειροκροτεί κι ανείπωτη χαρά εσωτερική τους στεφανώνει. Δεν είναι πολλοί. Είναι το αλάτι της γης. Οι πολύτιμες γέφυρές μας. Οι ήρωες και τα πρότυπά μου.
Οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ των αξιών, οι υπερβατικοί μου αγαπημένοι άνθρωποι. Οι ουσιαστικά Δυνατοί του κόσμου αυτού.
Υποκλίνομαι!
Αρσινόη Βήτα
***************

Φωτογραφία Άγγελου Τζωρτζίνη

Mαζί σου!
Νόμιζες πως οι άνθρωποι γύρω σου θέλουν το καλό σου.
Νόμιζες πως το χαμόγελό τους αλήθεια λέει και τα λόγια που έβγαιναν από το στόμα τους περνούσαν μέσα από τα βιώματά τους, τον επίμονο αγώνα τους για να ζήσουμε όλοι καλύτερα.
Να περπατήσουμε στο φως, να υπερβούμε με τη δύναμη σπουδαίου άλτη τα εμπόδια. Ήθελες, είχες ανάγκη να τους πιστέψεις. Ανάλογα με τη δική σου ματιά, με τη δική σου επιθυμία, με τη θέση σου στον κόσμο, βλέπεις τους άλλους. Ανάλογα με τα δικά σου όρια, τις αντοχές, τις συνήθειές σου.
Κι αν έβλεπες καθαρά το ανταριασμένο κύμα κάτω από τον αφρό; Αν άκουγες τη φωνή της ελεύθερης βούλησής σου; Αν με την πιο καθαρή κι αντικειμενική σκέψη έδιωχνες την ομίχλη να φανεί ο ήλιος μιας αλήθειας που πονά αλλά καταυγάζει τα πάντα γύρω σου κι εντός σου;
Σήκω και κοίταξε κατάματα τον κόσμο που αργά και σταθερά δηλητηριάζεται, που σκοτώνει ό,τι νέο κι ελπιδοφόρο κρατά μια παιδική χουφτίτσα που πνίγεται. Βγες από το βαθύ εφιαλτικό ύπνο της βόλεψής σου. Τρέξε προς ευκρινείς στόχους. Απελευθερωτική εμπειρία. Το όνειρό σου, το τραγούδι της ψυχής σου θα ενωθεί με χιλιάδες.
Θα νιώσει τον πόνο, τον κατατρεγμό. Θα αντισταθεί στην αδικία,στη βαρβαρότητα, στο φόβο, στην ανασφάλεια που σταλάζουν στην ψυχή σου αυτοί που υποκριτικά και υστερόβουλα λένε ότι είναι μαζί σου. Σήκω. Ένα μικρό βήμα με σπουδαίο προσανατολισμό είναι τόσο μεγάλο για σένα, για τον κόσμο, για την ουσία της ζωής.
Σήκω! Με ατρόµητη, απαρέγκλιτη, άγρια πνευµατική αποφασιστικότητα να ορίσεις την πραγματική αλήθεια της ύπαρξής σου με δυο λέξεις: Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια.
Δυο λέξεις που εκπέμπουν τόσα μα τόσα σήματα κινδύνου όσο μεγάλη είναι η έλλειψή της από το βορρά στο νότο από την ανατολή στη δύση αυτού του απέραντου και πεπερασμένου κόσμου. Η δική σου φωνή να διακόψει τη βαριά, ανυπόφορη σιωπή.
Γιατί η δική σου φωνή δεν παρηγοριέται με το σκοτάδι των άλλων... Μαζί σου στο ΦΩΣ!
Αρσινόη Βήτα
***************
Η φωτογραφία είναι του Άγγελου Τζωρτζίνη και την επέλεξε το TIME για το 2015. Στην Κω, τον Αύγουστο, ένας εθελοντής παραλαμβάνει ένα κοριτσάκι που έφτασε με λέμβο στο νησί. Αυτή είναι η φωτογραφία που έφερε τον φωτογράφο στην κορυφή του «φωτογραφικού» κόσμου και το TIME τον ανακήρυξε ως «Wire photographer» της χρονιάς.

Αυτοδίδακτη η χαρά 
στα δάχτυλά μου
σαν η αυγή υφαίνει το μοτίβο της ημέρας
σαν περπατώ σε αμμουδιές γνωστές αγαπημένες.
αυτοδίδακτη η χαρά 
στη μοναξιά μου
κι η σιωπή της νύχτας 
φίλη μου καλή.
αυτοδίδακτη η χαρά 
στην καρδιά μου
σαν είδα στα μάτια των ανθρώπων 
τα βιβλία του κόσμου
τα ρυάκια των λέξεων
τις πέτρες της μνήμης
κι ας μην ξέρω ανάγνωση.
Αρσινόη Βήτα
***************

Επιμέλεια κειμένων-παρουσίαση: Χρήστος Ζουλιάτης

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

Ρίτα Μπούμη-Παπά και Μίκης Θεοδωράκης στην εκπομπή της "Θείας Λένας" και οι 200 της Καισαριανής

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Μίκης Θεοδωράκης και Αντιγόνη Μεταξά (θεία Λένα), τρία ονόματα που εμπλέκονται στην πρωινή εκπομπή της "Θείας Λένας". Όλα ξεκίνησαν όταν, ξεσκονίζοντας το φωτογραφικό μου αρχείο έπεσα πάνω σε μια φωτογραφία της Ρίτα Μπούμη-Παπά, που την είχα φωτογραφήσει λίγο πριν πεθάνει (1984), ενώ συγχρόνως μου 'ρχονταν στο νου οι στίχοι της απ΄το "Υπόγειο" όπου τη μουσική έχουν βάλει οι Κατσιμιχαίοι.
Πεθαίνεις με τους ποιητές, κάθε ηλιοβασίλεμα. Τα χέρια σου μυρίζουν απ’ τα μαλλιά τους.
Χτυπάει η καμπάνα που δεν πιστεύεις πια. Σε ξένη αυλή συνομιλείς με το φεγγάρι. 
(Το ακούτε ΕΔΩ)










Είπα πως άξιζε να μάθω περισσότερα γι αυτήν που, εκείνο τον καιρό της μεταπολίτευσης, όλα έτρεχαν τόσο γρήγορα που ήταν δύσκολο να τα παρακολουθήσεις. Όλες οι αναφορές λένε, πως ήταν μια λεπταίσθητη ποιήτρια, τρυφερότατη κι εκφραστική με έντονη λυρική πνοή και σπάνια εικονοπλαστική δεξιοσύνη, που εμπνεόταν γόνιμα από την πλούσια ευαισθησία της. Όλη η ποίησή της ή, τουλάχιστο στο μεγαλύτερο μέρος της, είναι μια πολύστιχη, μελαγχολική μπαλάντα, που περνά από το φίλτρο της καρδιάς και γίνεται πονεμένο τραγούδι, με όλα τα γνωρίσματα της γνήσιας και εσώψυχης λυρικής δημιουργίας αλλά, με έντονα τα στοιχεία του πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού, ιδιαίτερα στα μεταπολεμικά έργα της.
Πάμε να δούμε, όμως, ποια ήταν η σχέση της με τον Μίκη Θεοδωράκη και την Θεία Λένα. Η ίδια στο αυτοβιογραφικό της κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "ΓΙΑΤΙ" (τ.133 -134, Ιούλ.1986), λέει:

____"Ένιωθα τότε τόσο ασφυχτική την καταπίεση των κυβερνήσεων που κατεύθυναν οι Αμερικανοί, ύστερα από τη στρατιωτική ήττα της Αριστεράς, ώστε μου ήταν αδύνατο να συγκρατήσω την πέννα μου να γράφει, πλάγια, κρυφά, υπονοούμενα, με κείμενα ανοιχτά φιλελεύθερα, την ψυχική μου κατάσταση και το ανυποχώρητο του χαρακτήρα μου, που κρατάει από προπάππο Υδραίο μπουρλοτιέρη του '21.
Μέσα στην εφημερίδα (σ.σ. που δούλευε) η μόνη σχεδόν λογοκρισία που ασκούνταν εκ των ένδον, ήτανε στα γραφτά μου! «Προσέχετε τη Ρίτα», συνιστούσαν και οι δυο διευθυντές κάτω από τους οποίους υπηρέτησα σαν συντάκτης και συνεργάτης. «Προσέχετε τη Ρίτα, θα μας κλείσει!». Και αληθινά με πρόσεxαν μη βάλω στην πέννα μου τις λέξεις «ελευθερία», «δημοκρατία», «αντίσταση». Και αν τις έβαζα από αβάσταγη λαχτάρα, ο αρχισυντάκτης μου εαμίτης Θόδωρος Βώκος, μου τις έσβηνε με όλη του τη θλίψη και την αγάπη.
Με όλα αυτά τα «βιογραφικά» θέλω να προσημειώσω πως, εκτός από ποιήτρια που ήμουνα γνωστή στην Ελλάδα από το 1930, τώρα γινόμουνα γνωστή και από μια άλλη πλευρά, τη δημοσιογραφική, που αργότερα αναπτύχθηκε όσο καμιάς άλλης τότε γυναίκας δημοσιογράφου, και στην αγαπητή μου «Αυγή», που, μετά το βίαιο κλείσιμο της Αλλαγής από την αστυνομία, για ένα πρωτοσέλιδο θαρραλέο άρθρο του Νίκου Παπαπολίτη με τίτλο «ΕΑΜ», που το αφιέρωνε στην επέτειο του μεγάλου αυτού αντιστασιακού κινήματος του λαού μας, προσκλήθηκα να εργαστώ στο επίσημο αυτό όργανο της ΕΔΑ, όπου και δούλεψα με αληθινό πάθος 17 ολόκληρα χρόνια, μέχρι που μια άλλη αστυνομία, της Χούντας, μας έκλεισε τον Απρίλη του 1967.

Η πρώτη επαφή με τον Μίκη Θεοδωράκη
[....] ψαρεύοντας το Ραδιόφωνο μου για ειδήσεις από το εξωτερικό (οι πηγές μας τότε ήταν λίγες και ελεγxόμενες από την ΚΥΠ) άκουσα ένα βράδυ από το Ραδ. Σταθμό της Ρώμης, να μεταδίδεται «ένα συνθετικό μουσικό κομμάτι του νέου
Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, εξόριστου στη Μακρόνησο», που μ' εντυπωσίασε. Ήταν το 1949; Το 1950; δε θυμάμαι. Στα 1952 με ειδοποίησαν με κάθε προφύλαξη στην εφημερίδα, πως με ζητούσε «ένας απολυθείς πολιτικός εξόριστος».
Ο Θεοδωράκης, ήταν ένα παλικάρι ψηλό που κούτσαινε (δε θυμάμαι αν κρατούσε δεκανίκι), γιατί οι «αναμορφωτές» του, του είχαν σπάσει το πόδι, χτυπώντας τον βάναυσα. Αν και κακοντυμένος και ταλαιπωρημένος έλαμπε το πρόσωπο του από τη θεία σφραγίδα. Και σκέτη η φωνή της ομιλίας του μου φάνηκε σαν μουσική. [....] Μου είπε αμέοως τι ήθελε. Δουλειά. Ανάγκη ψωμιού. Να μεσολαβήσω στο διευθυντή της εφημερίδας να τον δεχτεί σαν «μουσικοκριτικό». Έστω και έκτακτο. Να γράφει ένα κομμάτι όποτε χρειάζεται για τις συναυλίες, το μουσικό θέατρο και για οποίο μουσικό θέμα, οι αξιώσεις του: «Ό,τι μου δώσουν».
Μίλησα αμέσως στον Στάγκο, και στον Παπαπολίτη, και «μόνο για μένα» είπαν θ' αποτολμούσαν να προσλάβουν συνεργάτη ένα νεοφερμένο Μακρονησιώτη. Όμως ανώνυμα. Και 25 δραχμές το κομμάτι. Αν θυμάμαι καλά 25. Βέβαια δεν είχαμε τότε πληθωρισμό και το εικοσιπεντάρικο είχε κάποια αγοραστική αξία. Και μένα όλος ο μισθός μου δεν έφτανε τις 2 χιλιάδες το μήνα, με όλη την τεράστια δουλειά που τους έδινα. Ο Μίκης δέχτηκε το 25άρικο (αν ήταν πενηντάρικο ας με συχωρέσει, η μνήμη έχει κι αυτή ορισμένα όρια αντοχής). Τα μουσικοκριτικά «κομμάτια» του Μίκη έκαναν εντύπωση στο μόνιμο μουσικοκριτικό της εφημερίδας Βασίλη Αρκαδινό (ψευδώνυμο του Β. Παπαδημητρίου).
Με το κλείσιμο της «Αλλαγής», βρέθηκα κι εγώ σε οικονομικές δυσχέρειες, και φυσικά κι ο Μίκης έχασε το πολύτιμο εικοσιπεντάρικο.

Κείνο ακριβώς τον καιρό ο αγαπητός μας φίλος, συνάδελφος και συμπολίτης μου (Συριανός) Λέων Κουκούλας, πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, μεσολάβησε στη Ραδιοφωνία να μου βρει κάποια δουλειά και το πέτυχε. Έτσι προσλήφθηκα στο Επιτελείο της Αντιγόνης Μεταξά, που διεύθυνε την «ώρα του Παιδιού», με αμοιβή 150 δραχμές το
κομμάτι. Έχοντας άμεση σχέση με τα νηπιαγωγικά (σπούδασα στην Ιταλία Μοντεσσόρι), έχοντας γράψει, δημοσιεύσει πολλά ποιήματα και διηγήματα για παιδιά, μπόρεσα να δουλέψω με τρελό οίστρο. Δημιούργησα στην Εκπομπή μια νέα ατμόσφαιρα, της χάρισα πολλά ευρήματά μου, που τα διατηρεί μέχρι σήμερα, και, για να μην πολυλογώ περισσότερο, έγινα η πιο πολύτιμη συνεργάτισσα της Αντιγόνης, που συχνά συσκεπτόμαστε οι δυο μας για ό,τι καινούργιο μου κατέβαινε στο κεφάλι. Η Αντιγόνη γοητεύονταν με τα χαριτωμένα τραγουδάκια που ξεφούρνιζα κάθε μέρα για να τα ενσωματώσω στο κείμενό μου, που είχε πια πάρει τη μορφή «συνθεσούλας». Αυτή μου 'ριξε την ιδέα: «Αυτά τα τραγουδάκια διψάνε για μουσική» -μου είπε- «αλλά ποιος θα μας τη φτιάξει;» «Θα φροντίσω» της απάντησα.
Συναντήθηκα με το Μίκη, του το πρότεινα, του 'δωσα μερικά τραγουδάκια μου, και κατενθουσιασμένος από τους στίχους που του ' δωσα να διαβάσει, δέχτηκε αμέσως. Πάλι ανωνυμία για τον Μίκη. Για όνομα του θεού μη μαθευτεί, είπε η Αντιγόνη, όταν έμαθε πως ο συνθέτης μόλις είχε αποφοιτήσει από το Κολέγιο της Μακρονήσου. Φοβόταν για τη θέση της που της έδινε και μισθό και κυρίως μια προβολή στον κόσμο των παιδιών της Ελλάδας, έτσι που να γίνει σιγά σιγά διάσημη σαν «θεία Λένα».

[....] Η ομορφιά της μουσικής του, η δροσερή χάρη των φθόγγων του, εντυπωσίασαν τους μουσικούς κύκλους της Ραδιοφωνίας. «Ποιος τη γράφει;» ρωτούσαν. Μόνο η Αντιγόνη κι εγώ ξέραμε. Έτσι επί ενάμιση περίπου χρόνο συνεργαζόμουνα στενά με το Μίκη. Του 'δινα το κείμενο μου με τα τραγουδάκια δυο τρεις φορές τη βδομάδα, το διάβαζε, τόνιζε τους στίχους, μου 'δινε το χαρτί με τις νότες και εισέπρατα ταυτόxρονα απ' το Ταμείο της Ραδιοφωνίας στο Ζάππειο, 150 δραχμές για το κείμενο και 50 δραχμές για τη μουσική του Μίκη!"____

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ρίτα Μπούμη - Παπά (1906 - 1984). Γεννήθηκε στη Σύρο. Το 1920 εγκαταστάθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας,
όπου σπούδασε παιδαγωγική και ειδικεύτηκε στη μέθοδο Montessori . Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφράστρια σε περιοδικά όπως η Νέα Εστία, το Νέον Κράτος, η Νέοι ρυθμοί και εφημερίδες όπως η Αλλαγή, η Μάχη, η Αυγή (την περίοδο 1957-1960). Υπήρξε αρχισυντάκτις του περιοδικού Ιόνιος Ανθολογία (από το 1929), εκδότρια των περιοδικών Εφημερίδα των ποιητών (1956-1958) και Κυκλάδες (1930-1932) και διευθύντρια του Ιδρύματος Περιθάλψεως Παιδιού (1930-1933). Το 1936 παντρεύτηκε τον ποιητή Νίκο Παππά, με τον οποίο έζησε στα Τρίκαλα ως το 1940, οπότε εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους.
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1929 με τη δημοσίευση του ποιήματός της Μικρέ μου αλήτη στη Νέα Εστία, ενώ σε παιδική ηλικία είχε δημοσιεύσει ποιήματα στη Διάπλαση των Παίδων (1919). Ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση αλλά και με την πεζογραφία, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, τη μετάφραση (έργα των Λ.Λέβτσεφ, Σολόχωφ, Μπέκετ, Μπέττι, Ουγκώ και άλλων). Τιμήθηκε με τον Α΄ Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1935), το Α’ Βραβείο Εθνικής Αντίστασης (1945), το Διεθνές Βραβείο Συρακουσών (1949), το Βραβείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (1965) καθώς και από το Ρουμανικό κράτος και την Ακαδημία του Βουκουρεστίου. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ρωσικά, ισπανικά, ουγγρικά, σερβικά, πολωνικά, αλβανικά, πορτογαλικά και άλλες γλώσσες. Η Ρίτα Μπούμη - Παπά τοποθετείται χρονικά στους έλληνες λογοτέχνες της γενιάς του μεσοπολέμου. Η γραφή της χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από τη φυσιολατρία της, και παρουσιάζει έντονα τα στοιχεία του αισθησιασμού, του λυρισμού αλλά και του πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού, ιδιαίτερα στα μεταπολεμικά έργα της.
(Πηγή βιογραφικών στοιχείων: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Στις 8 Σεπτεμβρίου 1984, η Ρίτα Μπούμη άφηνε την τελευταία της πνοή στο θεραπευτήριο «Άγιος Παντελεήμων», όπου νοσηλευόταν, στην Αθήνα. Η ίδια, λες και ότι το είχε προβλέψει, έγραφε:
«Ξημέρωμα πρέπει να φύγω / σαβανωμένη ζωντανή / να τ’ αποχαιρετήσω όλα / κι όχι απλά κι αθόρυβα / όπως αφήνουν τα κλαδιά τα πεθαμένα φύλλα». Κάπως έτσι έμελλε να πεθάνει, ξημερώματα, σαβανωμένη ζωντανή, φωνάζοντας λίγες ώρες νωρίτερα, με μητρικό σπαραγμό, τον για πενήντα χρόνια σύντροφο της ζωής της Νίκο: «αγόρι μου, αγόρι μου…».

Οι 200 της Πρωτομαγιάς.
Πάμε να δούμε και μια ανέκδοτη προσωπική μαρτυρία της Ρίτας Μπούμη Παπά (από "tvxs.gr" και oikodomos για το fanthis.blogspot.com), που είναι ένα κείμενο για τη σφαγή των 200 κομμουνιστών από τους Γερμανούς καταχτητές στην Καισαριανή, την 1η Μάη 1944. Μια συγκλονιστική μαρτυρία της ποιήτριας που «έζησε» η ίδια τη θυσία των παληκαριών από το σπίτι της που βρισκόταν λίγα μόλις μέτρα από το Σκοπευτήριο. Η μεταφορά στο πληκτρολόγιο έγινε χωρίς να γνωρίζουμε πότε ακριβώς γράφτηκε το κείμενο (δεν αναφέρεται ούτε στο περιοδικό). Απ’ όσο όμως είναι γνωστό, δεν εκδόθηκε ποτέ σε βιβλίο με άλλα έργα της:


"Αν στη μεταπολεμική ελληνική κατάσταση δεν επικρατούσαν, χάρη στην υποστήριξη των ξένων, οι δυνάμεις εκείνες που κατά τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής στρατιωτικής κατοχής ανέχτηκαν παθητικά τον εχθρό και τα εγκλήματά του ή και συνεργάστηκαν κιόλας μαζί του, αν εύρισκε την οφειλόμενη δικαίωση ο αγώνας της εθνικής αντίστασης των Ελλήνων και ζυγιζόταν σαν την πιο πολύτιμη και ακριβή ύλη το αίμα ηρώων και μαρτύρων που έδωσαν τη ζωή τους για τη λευτεριά της πατρίδας σύμφωνα με τις ιστορικές παραδόσεις μας, αν τέλος δεν αντικρίζαμε με τόση παγερή αδιαφορία τα δάκρυα των αμέτρητων απορφανισμένων θυμάτων, η Πρωτομαγιά του 1944, θ΄αντιπροσώπευε μια από τις Μεγάλες Παρασκευές του Έθνους μας, και ο χώρος του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής, τον πιο ιερό Γολγοθά του.

Ο χαρακτηρισμός Γολγοθάς δε δίνεται ούτε αψήφιστα ούτε σαν σχήμα λόγου. Έχουμε ζυγίσει το βάρος του, επί μια ολόκληρη τετραετία, όταν στην καταιγίδα της κατοχής είχαμε απαγγιάσει σ’ ένα υπόγειο, εκατό μέτρα απ’ το Σκοπευτήριο και μας ξυπνούσαν κάθε αυγή, οι κραυγές των μελλοθανάτων, που τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο και αποχαιρετούσαν τον κόσμο, οι ριπές των εκτελεστικών αποσπασμάτων και οι ξηρές χαριστικές βολές. Είναι αυτή η σύμπτωση που μας έκανε να ζήσουμε το μαρτύριο της σφαγής των διακοσίων, μια γελαστή και ηλιόλουστη μέρα γεμάτη λουλούδια και πουλιά. Μαζί μας παρακολούθησαν τη σφαγή και δυο άλλοι φίλοι διανοούμενοι που κατοικούσαν κι αυτοί στην ίδια τούτη συνοικία. Ο Κωστής Μεραναίος και ο Γιώργος Βασιλόπουλος, διευθυντής του θαρραλέου περιοδικού «Καλλιτεχνικά Νέα», που τολμούσε να εκδίδεται στα χρόνια της Κατοχής.
Την προηγούμενη, με είχε ξυπνήσει ένα εφιαλτικό όνειρο: κατά μήκος του δρόμου που οδηγεί στο Σκοπευτήριο και μέχρι τον περίγυρό του, πλήθος λαμπάδες έκαιγαν στην άσφαλτο σαν φλόγινα στάχυα κι ένας άνεμος σκοτεινός πάλευε να τα σβήσει. Μα οι φλόγες αντί να σβήνουν ενώνονταν για να μετατρέψουν το δρόμο σ’ ένα ποτάμι από φωτιά!
Την άλλη μέρα το όνειρο «βγήκε».

Η Πρωτομαγιά είχε ξημερώσει ολόστιλπνη σα να είχε βγει μόλις απ’ το λουτρό της και μοσχοβολούσε. Βαθυγάλανος ο ουρανός πάνω απ’ τον Υμηττό. Η ανοιξιάτικη φύση, σ’ όλη της την έκρηξη, αύξαινε τη δίψα μας για ειρήνη και για ευτυχία. Κάτω από τις ταπεινές στέγες ξυπνούσαν οι εργατικοί πληθυσμοί, ανύποπτοι για την τραγωδία που σε λίγες ώρες θα παίζονταν στη συνοικία τους.
Ώρα επτά. Τα πρώτα γερμανικά στρατιωτικά αποσπάσματα κυκλώνουν τη συνοικία μας. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Συχνά ο κατακτητής μας περικύκλωνε και μπλοκάριζε τα φτωχόσπιτα, ψάχνοντας να βρει τους αποφασισμένους που τον πολεμούσαν. Μα τώρα ήταν κάπως αλλιώς. Οι Γερμανοί είχαν πιάσει τις γωνιές όλων των δρόμων με όπλα και πρόσωπα στραμμένα απειλητικά προς τα σπίτια μας και
απαγόρευαν την έξοδο των κατοίκων, που παρακολουθούσαν πίσω από τα τζάμια, με αγωνία και μίσος τους στρατιώτες της Βέρμαχτ.

Η είδηση φτάνει σαν αέρας, και περνώντας απ’ τις χαραμάδες διαδίδεται από σπίτι σε σπίτι. «Θα εκτελεστούν 200 κρατούμενοι σε αντίποινα για το φόνο ενός Γερμανού στρατηγού». Είναι δυνατό να διαπραχθεί τέτοια ομαδική σφαγή μέσα σ’ ένα πρωινό γεμάτο αρώματα και πεταλούδες, κάτω από έναν ουρανό κεντημένο με παιδικούς χαρταετούς; Είναι!
Στις 8 αρχίζει η μεταφορά των κρατουμένων με κείνα τα σκοτεινά καμιόνια της Βέρμαχτ, που είχαν το χρώμα του γραφίτη. Οι μελλοθάνατοι ανεβαίνουν το Γολγοθά τους τραγουδώντας, μας προτρέπουν να μη λυγίσουμε, πετούν ενθύμια, δαχτυλίδια, χαρτάκια, τα ρούχα τους, παραγγελίες για τους δικούς των και αποχαιρετούν περήφανοι τους ανθρώπους και τον κόσμο, σίγουροι για κείνο που πίστευαν. Ένας μεγάλος ήλιος από τον Υμηττό τους το επιβεβαίωνε με όλο το φως του.
Οι ταράτσες των γύρω σπιτιών γεμάτες θεατές που ζητούσαν να παρακολουθήσουν και να διαφυλάξουν στη μνήμη τους την πρωτοφανή τραγωδία μέχρι το τέλος. Τότε άρχισαν να πηδούν απ’ τα καμιόνια οι πρωταγωνιστές και να διασχίζουν το διάδρομο, οι περισσότεροι με τα πουκάμισα, ξέστηθοι, να μπερδεύονται οι σιλουέτες τους με τα θάμνα και τα κυπαρίσσια. Δεν ήταν ούτε ένας, ούτε δυο, ούτε δέκα σαν άλλες φορές. Κι αυτό το συγκλονιστικό πέρασμα, με τον πρωινό ήλιο που τους κυνηγά μέσα από τα δέντρα για να τους χαϊδέψει, κρατά απίστευτα πολύ, σα να το παρατείνει σκόπιμα ένας σαδιστής σκηνοθέτης.

Ύστερα από τα προκαταρκτικά, που άργησαν κι αυτά πολύ, και το τυπικό διάβασμα ενός καταλόγου, απ’ τον οποίο ο ήρωας Ναπολέων Σουκατζίδης αρνείται να εξαιρεθεί, όπως του πρότειναν οι δήμιοι, που σαν γερμανομαθή τον χρειάζονταν για διερμηνέα, οι μελλοθάνατοι χωρίζονται σε ομάδες. Έτσι, σ’ ένα διαπασών από πατριωτικά τραγούδια, ζητωκραυγές, ηρωικές προτροπές των αμέσως επόμενων προς εκείνους που ήδη προχωρούσαν στο σφαγείο, οι ομάδες οδηγούνται προς το παμφάγο χαντάκι, που ήταν σκαμμένο στη ρίζα του ψηλού τοίχου.
Ξαφνικά η καμπάνα του μοναστηριού της Ανάληψης αρχίζει να χτυπά πένθιμα όπως τη Μεγάλη Παρασκευή, από έναν Ελασίτη που είχε σκαρφαλώσει στο καμπαναριό. Οι ήχοι ανατριχιάζουν τη συνοικία. Πίσω απ’ τα τζάμια, στις ταράτσες, ανάβουν κεριά, καπνίζουν θυμιατήρια, σταυροκοπιούνται γριούλες. Κάτι μικρές κακοραμμένες γαλανόλευκες σημαίες, έτοιμες να υποδεχτούν το μεγάλο μήνυμα της νίκης που ερχόταν δρομαίο από τις ρώσικες στέπες, υψώνονται στα δωμάτια κι ανεμίζουν με ευλάβεια στα χέρια των παιδιών.

Ένας βοσκός στο λόφο της Ανάληψης, στήνει με τη φλογέρα του ένα λυπητερό κλέφτικο σκοπό, και κείνη τη στιγμή έλεγες πως η ψυχή της Ρωμιοσύνης ροβολούσε από τον Υμηττό προς την αδούλωτη πόλη της Αθήνας. Μέσα σε λίγες στιγμές οι μελλοθάνατοι έχουν καλύψει την απόσταση που μεσολαβεί από το μάρτυρα στον άγιο, από το ιστορικό γεγονός στο θρύλο. Τις πρώτες ομοβροντίες ακολουθούν οι θρήνοι και οι κατάρες των περιοίκων. Τα σπαρακτικά λόγια των γυναικών του λαού που τους απαγορεύεται να τρέξουν, να πλύνουν τα κορμιά των παλικαριών, απ’ τα αίματα, να τα τυλίξουν σε δροσερό σεντόνι, να τα νεκροστολίσουν, να τα κλάψουν, όπως θα ΄κανε – αν μπορούσε – η πιο χαροκαμένη μάνα της γης, η Ελλάδα.

Η εκτέλεση κρατά τέσσερις ολόκληρες ώρες. Όσο βαστά σ’ ένα κανονικό σφαγείο. Μια μια ομάδα, προχωρεί προς την τάφρο τραγουδώντας. Οι σφαίρες των οπλοπολυβόλων γαζώνουν με θυμό, τα σώματα λυγίζουν, πέφτουν στο χώμα που έχει γίνει πηλός απ’ το αίμα, και οι χαριστικές βολές του ναζιστή υπαξιωματικού, δίνουν τέλος στο σφαδασμό των σωμάτων. Ύστερα τα πτώματα σέρνονται από κει ματωμένα και φορτώνονται σε χειροκίνητα καρότσια για να οδηγηθούν έξω, όπου περιμένει η σκοτεινή φάλαγγα των φορτηγών αυτοκινήτων, για να παραλάβει και να μεταφέρει στους τάφους τα σφάγια. Η τάφρος ανασκάφτεται με τσαπιά, γρήγορα και κάθε φορά, για ν’ ανεβεί στην επιφάνεια άλλο χώμα, πιο στεγνό, και η επόμενη ομάδα προχωρεί με τις λέξεις Ελλάδα και ελευθερία στα χείλη.

Οι Αυστριακοί άντρες των πρώτων εκτελεστικών αποσπασμάτων, δεν αντέχουν, λιποθυμούν, για να εξοργίσουν τους επικεφαλής Γερμανούς αξιωματικούς, που δυο φορές τους αντικατάστησαν με άλλους στρατιώτες πιο ψύχραιμους.
Μεσημέρι. Το μακάβριο έργο των σφαγέων τελείωσε. Οι αξιωματικοί της Βέρμαχτ, μπαίνουν, βολεύονται στην κούρσα τους και ξεκινούν. Πίσω τους ακολουθεί η φάλαγγα των καμιονιών με το φορτίο της.
Το αίμα των μαρτύρων της ελευθερίας, ζεστό ακόμα, στάζει από τα οχήματα για να σκορπίσει σε όλο τα μάκρος του δρόμου απίστευτα κόκκινα άνθη και ιδεογράμματα.

Το μπλόκο λύνεται κι οι πόρτες των σπιτιών ανοίγουν. Είναι δώδεκα και μισή. Στις φλέβες της συνοικίας μας, που είχαν παγώσει επί ένα ολόκληρο πρωινό, ξαναρχίζει η κυκλοφορία. Μια κυκλοφορία βαριά κι αγχώδης. Οι γυναίκες, που στη συμφορά σπεύδουνε πρώτες, μοιρολογώντας και σκούζοντας κατευθύνονται στον τόπο του Κρανίου. Και τότε μέσα στη μάντρα του Σκοπευτηρίου αρχίζει ομόφωνος ένας θρήνος οξύς, αβάσταγος, συγκλονιστικός. Όλες μοιρολογούν «τα παιδιά τους». Ξαφνικά οι νεκροί εκείνοι, που είχαν αρπαχτεί για να ταφούν βιαστικά ποιος ξέρει που, έγιναν παιδιά όλων μας, ανήκαν σε όλους. Όλα τα περιβόλια και οι γλάστρες της γειτονιάς μαδήθηκαν για τα μαγιάτικα στεφάνια του θανάτου. Και αγκαλιές τα λουλούδια, μεταφέρονται στο κόκκινο χαντάκι, όπου το αίμα ζυμώνονταν με το χώμα και διεργάζονταν κιόλας νέες συνθέσεις.

Πόσοι όρκοι πίστης δόθηκαν κείνη τη μέρα εδώ μέσα! Πόσες αγνές και φλογερές υποσχέσεις!
Ο λαός κανένα όρκο και καμιά υπόσχεση δεν αθέτησε. Κι αν το μνημείο που όφειλε να στήσει εδώ μέσα η Πατρίδα, δεν στήθηκε, είναι γιατί οι ισχυρές εκείνες δυνάμεις που φοβούνται το ηθικό μάθημα της ιστορικής μνήμης στις συνειδήσεις των λαών, μεσολάβησαν για να εμποδίσουν αυτό το υπέρτατο εθνικό χρέος. Και πια όλοι ξέρουμε με ποια σκληρά και αδίστακτα μέσα οι ισχυρές αυτές δυνάμεις ισοπεδώνουν σαν μπουλντόζες τη θέληση των μικρών πατρίδων…
Όμως, δεν μπορεί, κάποτε θα στηθεί το μνημείο που τους αξίζει. Ένα μνημείο στιλπνό σαν την άνοιξη και βιώσιμο σαν τη φυλή μας. Ένα μνημείο που δίχως να ‘χει τις διαστάσεις της θυσίας χιλιάδων μαρτύρων που έπεσαν εδώ μέσα αιμόφυρτοι από τις σφαίρες των θηρίων, θα είναι – όπως λέγει σε μια ωδή του ο Οράτιος – «διαρκέστερο από το χαλκό και το βασιλικό όγκο των πυραμίδων, που ούτε ο αδηφάγος όμβρος, ούτε η αναρίθμητος των ετών σειρά θα δύναται να καταστρέψει».
Και τότε το κλαμπ που λειτουργεί τώρα στον αιματοποτισμένο τόπο του μαρτυρίου και ο πάταγος των μπουκαλιών και της νυχτερινής κραιπάλης, θα αντικατασταθούν από την ευλάβεια, την περίσκεψη και το σεβασμό." 
_Ρίτα Μπούμη Παπά_


********************************