Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαμαντάς Χρήστος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαμαντάς Χρήστος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΑΜΑΝΤΑΣ: Τρίγωνα κάλαντα, τω καιρώ εκείνω / Ήθη και έθιμα μιας άλλης νοσταλγικής εποχής

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ, ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ
Γράφει ο Χρήστος Σαμαντάς

Επειδή η ζωή έχει να κάνει με τις αναμνήσεις, θα ήταν παράλειψη να μην φέρνουμε στο μυαλό μας τα νοσταλγικά τεκταινόμενα των εορτών, τα οποία όσο πιο παλιά πηγαίνουμε, τόσο πιο αυθεντικά ήταν.

Φωτογραφία από το μπλογκ ΡΕΘΕΜΝΟΣ του Γιώργου Λινοξυλάκη

Πρώτα – πρώτα πρέπει να αναφερθούμε στα κάλαντα που έλεγαν τα παιδιά αρχίζοντας ξημερώματα παραμονής κατά παρέες από το σπίτι του παπά και στη συνέχεια σε όλο το χωριό. «Καλήν ημέρα άρχοντες…» κρατώντας στο χέρι ζήλια ή τρίγωνα και κανένα ματσούκι για τα σκυλιά που μας κυνηγούσαν (μερικοί τα ξαπόλαγαν επίτηδες για να μην πλησιάσουμε και πληρώσουν). Οι πιο ευκατάστατοι νοικοκυραίοι μας έδιναν μια δραχμή ή δίφραγκο να το μοιραστούμε, οι πιο φτωχοί και οι τσιγκούνηδες μας έδιναν δεκάρες, καρύδια (κοκόσιες), χαρούπια (ξυλοκέρατα) και πανιασμένα μανταρίνια. Εννοείται ότι οι διάφορες παρέες συναγωνίζονταν στη μελωδία, αλλά οι περισσότεροι φάλτσαραν ασυστόλως. Στο τέλος της γύρας μοιράζαμε τα λεφτά και τα εξαργυρώναμε πάραυτα στο περίπτερο του Θωμά αγοράζοντας καραμέλες, μπισκότα, φούσκες και καμιά μικρή τόπα (μπάλα).



Το πατροπαράδοτο χριστουγεννιάτικο έθιμο στο χωριό είχε βέβαια σαν επίκεντρο το σφάξιμο του γουρουνιού που εκτρεφόταν σε κάθε σπίτι από καιρό (οι πιο ευκατάστατοι μεγάλωναν το γουρούνι πάνω από ένα χρόνο για το λίπος που έφτανε τους 10 τενεκέδες καμιά φορά, για το κρέας των εορτών, αλλά και για τα παραδοσιακά λουκάνικα).


Συγκεκριμένα:
Την παραμονή των Χριστουγέννων υπήρχαν συνεργεία φίλων χωριανών εκδοροσφαγέων (ο Κουτρονάσιος, ο Μήτρος ο σπανός, ο Λιάγκας κ.α..) που έσφαζαν τα γουρούνια στις αυλές των σπιτιών. Από κάθε μεριά του χωριού έρχονταν ύστατες κραυγές των γουρουνιών. Σήμερα το θέαμα φαντάζει βάρβαρο, αλλά εκείνη την εποχή ήταν πολύ οικείο και ενταγμένο μέσα στα χριστουγεννιάτικα έθιμα. Όλη η οικογένεια παρακολουθούσε το σφάξιμο –μια απεγνωσμένη μάχη ζωής με φοβερό σκούξιμο, μια φτυαριά κάρβουνα με λιβάνι τη σφαγή και το «Πάτερ ημών» για κατευόδιο της ψυχής- το γδάρσιμο και γενικά τον τεμαχισμό του γουρουνιού λέγοντας διάφορα χωρατά (από το χρώμα του πνευμονιού έκαναν, ας πούμε, πρόγνωση για το φύλο του παιδιού που θα γεννούσε η γειτόνισσα). Τα παιδιά περίμενα εναγωνίως τη γουρουνόφουσκα (ουροδόχο κύστη) την οποία ύστερα από μια σύντομη επεξεργασία με στάχτη και λίγους καλαμποκόσπορους στο εσωτερικό της τη χρησιμοποιούσαν για ποδόσφαιρο. Επειδή όμως δεν ήταν ολοστρόγγυλη, ήταν κωμικό το παιχνίδι, αφού αλλού μάτιαζες και αλλού πήγαινε. 

Οι γυναίκες κυρίως είχαν τη φροντίδα να λιώσουν το λίπος μέσα σε μεγάλα καζάνια αφήνοντας επίτηδες και λίγο κρέας ώστε να γίνουν νόστιμες τσιγαρήθρες, τις οποίες συντηρούσαν μέσα στο λίπος για αρκετό καιρό φτιάχνοντας νοστιμότερες τις ομελέτες. Αρκετό κρέας που περίσσευε μαζί με λίπος τεμαχιζόταν με μια χατζάρα και προσθέτοντας αλατοπίπερο, κομμένο πράσο και φλούδα πορτοκάλι αποτελούσε τη γέμιση για το παραδοσιακό λουκάνικο (κομμάτια περίπου ενός μέτρου από το λεπτό έντερο του γουρουνιού). Κάθε σπίτι έφτιαχνε πάνω από 40 λουκάνικα τα οποία κρεμούσαν όλοι στα μπαλκόνια για να «τραβήξουν» (να ωριμάσουν) και τα’Αϊ – Γιαννιού άρχιζαν να γεύονται ψητά ή τηγανιτά και πάντα με οικονομία. Η νοστιμιά δεν περιγράφεται διότι τότε τα γουρούνια θρέφονταν με ποικιλία αγνών τροφών. Καμιά φορά όλο και κάποιος κλέφτης «σούφρωνε» τη νύχτα κανένα λουκάνικο, γι’ αυτό κρατούσαν τσίλιες ή αμόλαγαν τα σκυλιά. Λέγεται πως κάποτε έναν κλέφτη ο νοικοκύρης τον τουφέκισε με το δίκαννο έχοντας αντί για σκάγια χοντρό αλάτι (για να τσούζουν οι μικροπληγές). Απ’ αυτά τα λουκάνικα μερικά πήγαιναν στα πεσκέσια (συγγενείς και φίλους) καθώς και ένα στον παπά που γυρνούσε με τον σταυρό να ευλογήσει όλα τα σπίτια του χωριού (εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε) και να διώξει τους καλικάντζαρους.


Παραμονή Χριστουγέννων το βραδάκι πηγαίναμε στο προβατομαντρί να πάρουμε γάλα για γιαούρτι χωρίς να το πληρώνουμε – δώρο του τσέλιγκα. Εννοείται ότι κι εμείς πηγαίναμε στους τσοπάνηδες για δώρο μια κοθώνα (κουλούρα ψημένη στο φούρνο με ένα άσπρο αυγό στη μέση και καλλιτεχνικά σχέδια πάνω της) και μια νταμιτζάνα κρασί. Βέβαια, για να αρμεχτούν εύκολα τα πρόβατα από τους τσοπάνηδες, έπρεπε κάποιος να τα σαλαγάει μέσα στη στρούγκα και αυτή τη δουλειά την κάναμε εμείς, ενώ συγχρόνως χωρατεύαμε λέγοντας διάφορα αστεία και κουτσομπολιά του χωριού.
Εννοείται ότι αποβραδίς όλη στην οικογένεια λούζονταν με τη σειρά για να μη ζέχνουν χρονιάρες μέρες. 

Ξημερώματα ανήμερα (γύρω στις 3 η ώρα) ο παπα – Σπύρος χτυπούσε την η καμπάνα της εκκλησίας και όλοι οι χωριανοί πήγαιναν νυσταγμένοι να εκκλησιασθούν και να μεταλάβουν. Μερικοί μύριζαν σκορδίλα και κρεμμυδίλα από τη νηστεία. Το πρωί που σχολούσε η εκκλησία περίσσευαν οι ευχές ανάμεσα στους χωριανούς, ενώ ετοιμάζονταν οι πρώτες τηγανιές από το χοιρινό τις οποίες καταβροχθίζαμε με βουλιμία μιας και νηστεύαμε πάνω από ένα μήνα. Όσες οικογένειες είχαν Χρήστο, γιόρταζαν ιδιαίτερα δεχόμενοι πολλούς επισκέπτες στο σπίτι. Τις γυναίκες τις υποδέχονταν σε άλλη κάμαρη και τις κερνούσαν γλυκό, ενώ για τους άντρες ετοίμαζαν μεζέδες με μπόλικο κρασί που ο κάθε νοικοκύρης είχε στο κελάρι του. Οι άντρες μάλιστα ερχόμενοι σε ευθυμία άρχιζαν a capela τα τραγούδια και ξεχνούσαν να φύγουν (η γιαγιά μας τότε έριχνε κρυφά αλάτι στη σκούπα για να αποχωρήσουν…).
Χρόνια πολλά και καλές γιορτές χωρίς να ξεχνάμε κι αυτούς που υποφέρουν. 
Χρ. Σαμαντάς





Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

Χρίστος Σαμαντάς: Ο Μίκης Θεοδωράκης, αδιαφιλονίκητος μέντοράς μας στην πολιτική συνείδηση και στους κοινωνικούς αγώνες. Ένα σκαλοπάτι κάτω απ΄το Θεό.

…ΘΑ ΣΗΜΑΝΟΥΝ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ του Χρίστου Σαμαντά
Αποτελεί κοινό τόπο η άποψη ότι υπάρχουν εξέχοντες άνθρωποι –μερικοί από αυτούς σύμβολα - ταγοί της Τέχνης, του πνεύματος, της πολιτικής, του αθλητισμού, που πολλοί θα ήθελαν να τους προσεγγίσουν, να τους σφίξουν το χέρι, να ανταλλάξουν μαζί τους δυο κουβέντες, ώστε να γίνει ο «μύθος» απτή πραγματικότητα. Αν αυτό είναι σχετικά εφικτό, μπορεί κανείς να το επιδιώξει με επιτυχία και τότε γεμίζει, βέβαια, την ψυχή του, αλλά χάνει το στοιχείο της έκπληξης. 

Πολλές φορές μάλιστα, κάνοντας λανθασμένη αφαίρεση, νομίζουμε ότι στον κόσμο υπάρχει μόνον εκείνος κι η αφεντιά μας, οπότε γινόμαστε γραφικοί και ενοχλητικοί για το πρότυπό μας, θεωρώντας το όποιο τυπικό αυτόγραφο πολύ ευτελές δώρο. Αξίζει όμως να δούμε την περίπτωση που γίνεται κάποιος αναπάντεχα κοινωνός μιας τέτοιας εξέχουσας συνάντησης. Κι όταν κάτι επιθυμεί κανείς διακαώς, όλα τα παράλληλα σύμπαντα συνωμοτούν για την πραγματοποίησή του, αν πιστέψουμε τον Πάολο Κοέλιο. 

Καλοκαίρι του ’73, φοιτητής ων και άφραγκος, κατόρθωσα με μια αθώα πλαστογραφία του πιστοποιητικού απορίας που το χρησιμοποιούσα για τη σίτιση -αμαρτία εξομολογημένη δεν είναι αμαρτία - να κερδίσω με λίγα χρήματα μια θέση στην πολυήμερη εκδρομή της σχολής μου στο εξωτερικό. Μα τι εκδρομή κι αυτή! Από το ζόρι και την πίεση που μας ασκούσε η Χούντα, όταν βγήκαμε από τα σύνορα, νιώσαμε ένα αέρα πρόσκαιρης ελευθερίας και απόλυτης ξεγνοιασιάς. Ήταν άλλωστε και το παρθενικό μου ταξίδι προς στην Ευρώπη, όπου όλα μου φαίνονταν παράξενα και προς ανίχνευση. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν ήθελα να κοιμηθώ, για να μη στερηθώ τις απανωτές καθημερινές εκπλήξεις από υπαίθρια θεάματα, εντυπωσιακές κατασκευές, μουσεία, ιστορικά πανεπιστήμια και αντιδράσεις των απλών ανθρώπων.

Στο μέσον του οδοιπορικού βρεθήκαμε στο ολόφωτο Παρίσι και η θορυβώδης παρέα επισκέφθηκε το πρώτο βράδυ –τι άλλο;- την περίφημη Πλας Πιγκάλ με τα πορνοσόπ και την ξέφρενη μεθυσμένη νεολαία. Εκεί που καλαμπουρίζαμε με τις ελληνικούρες μας στη διαπασών, συναντάμε ένα μεστωμένο παλικάρι, παρέα με μια παχουλή κοπελίτσα περίπου δεκαπέντε ετών, που χαρούμενοι μάς χαιρέτησαν στα ελληνικά και χωρατεύοντας φτάσαμε στις συστάσεις. Το παλικάρι συστήθηκε ως Αντώνης και το πρώτο μπουζούκι στην ορχήστρα του Μίκη Θεοδωράκη. Η κοπέλα κοκκίνισε λίγο και μας είπε συνεσταλμένα ότι είναι η Μαργαρίτα Θεοδωράκη - ναι, η χιλιοτραγουδισμένη κόρη του Μίκη! Είναι αλήθεια ότι, χωρίς να τους το δείξουμε, δεν τους πιστέψαμε. Όταν αποχαιρετιστήκαμε για το αντίο, η συστηθείσα ως κόρη (;) του Μίκη μάς λέει ότι «ο μπαμπάς χαίρεται πολύ όταν συναντάει Έλληνες. Βρίσκεται καθημερινά στην οδό Αούστερλιτς 22, όπου κάνει πρόβες με την ορχήστρα του». Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας συνωμοτικά, κάνοντας όλοι την ίδια σκέψη: «Βρε, μπας και δεν μας δουλεύουν τα καλόπαιδα;». Απομονώσαμε λοιπόν τεχνηέντως τον έναν της παρέας, που υποπτευόμασταν ως χουντικό καρφί και όλη τη νύχτα την περάσαμε σε ένα δωμάτιο με ένα συγκρατημένο ενθουσιασμό, αλλά και ανησυχία να μη μαθευτεί από τους υπόλοιπους συμφοιτητές μας. Και ψέματα να μας είχαν πει, φτάνει που νιώσαμε για λίγο τέτοια υπέροχη ανατριχίλα. Διότι ο Μίκης για όλους τους Έλληνες εκείνης της εποχής, πόσο μάλλον για την φοιτητιώσα νεολαία, ήταν το σύμβολο της αντίστασης κατά των συνταγματαρχών. Για την αποφυλάκισή του και, στη συνέχεια, την εθελουσία εξορία του στο Παρίσι, είχε πατήσει πόδι η παγκόσμια πολιτική σκηνή και η παγκόσμια διανόηση. Τα τραγούδια του, αν και απαγορευμένα, ήταν διαρκώς στα χείλη μας, αφού με την πρώτη φορά που τα ακούγαμε από τη Ντόιτσε Βέλε, τη Μόσχα, το Παρίσι, το BBC, όχι μόνον τα μαθαίναμε ακαριαία, αλλά λειτουργούσαν και ως φίλτρο επαναστατικότητας. «Σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» ήταν ο ύμνος και το σύνθημα συντροφικότητας. Πόσο δεν έχουμε συγκινηθεί με τα τραγούδια του! Ο Μίκης υπήρξε ο αδιαφιλονίκητος μέντοράς μας στην πολιτική συνείδηση και στους κοινωνικούς αγώνες. Ήταν για μας τούτος ο κολοσσός κυριολεκτικά ένα σκαλοπατάκι κάτω από τον Θεό!!! Άκου να συναντήσουμε εμείς οι ανώνυμοι θνητοί τον Μίκη!!! 



Καταστρώσαμε, λοιπόν, σχέδιο απόδρασης από τις ομαδικές ξεναγήσεις, φορέσαμε τα καλά μας και, πατώντας στα νύχια από αμηχανία ή από κάποιον άλλο ανεξήγητο λόγο, πήραμε το μετρό για το προμελετημένο στίγμα. Ωστόσο είχαμε και κάποιον ενδοιασμό για μια πιθανή φάρσα. Ήταν πρωί Κυριακής 22ας Ιουλίου, με μουντό καιρό και βαδίζαμε στο πλακόστρωτο σιωπηλοί προς την … Ιθάκη. Η περιοχή ήταν παλιά συνοικία με βιοτεχνίες παρά κατοικίες. Σταθήκαμε μπρος σε μια τεράστια κλειστή αυλόπορτα και προς στιγμήν, αποθαρρυνθήκαμε από την φαινομενική «απροθυμία» της πόρτας για την είσοδό μας. Ευτυχώς, με ομαδικό συντονισμένο σπρώξιμο κυριεύσαμε κατά κράτος μια παραδείσια από μελωδίες εσωτερική αυλή. Τι ήταν τούτο Θεέ μου!!! Η αντήχηση, που δημιουργούσαν τα υπερυψωμένα γύρω κτίρια, υπερτόνιζε το μεγαλείο της καλύτερης λειτουργίας, που έχω ως τώρα ακούσει. Τσιμπηθήκαμε, για να συνέλθουμε από την παρισινή πρωινή μέθεξη. Ποιος σκηνοθέτης θα πετύχαινε τέτοιο κινηματογραφικό πλάνο με τους αυθεντικούς ηθοποιούς; Προχωρήσαμε άφωνοι δειλά, όπως οι ιέρειες στην Ολυμπία, με πρώτη την αφεντιά μου, και στα αριστερά μας αντικρίσαμε ανοιχτή την πόρτα ενός ισογείου, απ’ όπου ξεπηδούσε η πλημμυρίδα από τις εξαίσιες μουσικές! Η καρδιά μου πήγε να φύγει από τη θέση της, σαν είδα τρεμάμενος μισόκρυφα έναν γίγαντα όρθιο κι αναμαλλιασμένο να κουνάει με νευρικό ρυθμό τα χέρια του. Το δωμάτιο ήταν πολύ μικρό, αραχνιασμένο και βρώμικο, με ένα πιάνο στη γωνιά, όπου έπαιζε ο αείμνηστος Γιάννης Διδίλης, ένα μπαούλο που καθόταν και τραγουδούσε με περίσσιο οίστρο η Μαρία Φαραντούρη, ενώ τα υπόλοιπα όργανα της λαϊκής ορχήστρας συνωθούνταν από χωροταξική ανάγκη. Κάτω στο πάτωμα, ακουμπώντας στον τοίχο, κάθονταν ο Πέτρος Πανδής και η Αφροδίτη Μάνου, περιμένοντας τη σειρά τους για τα επόμενα τραγούδια. Αυτοί μας καλωσόρισαν με νεύματα και μας υπέδειξαν να καθίσουμε κι εμείς κάτω. Ήταν η γενική πρόβα πριν από τη συναυλία της Στοκχόλμης, με κύριο έργο το Κάντο Χενεράλ.

Καρνέζης, Διδίλης, Φαραντούρη, Σαρέλας, Κωστούλης, Λαβράνος και Μανιάτης δεν φαίνονται, Παπαγγελίδης,
 Μωραΐτης, Πετσάς (πίσω)-Από την πρόβα στο ΖΟΟΜ για τις συναυλίες στο γήπεδο Καραϊσκάκη τον Οκτώβρη του 1974

Καθηλωθήκαμε αμίλητοι για πεντέξι συμβατικές ώρες. Λέω συμβατικές, διότι ο χρόνος ως πρωταρχική έννοια μπορεί στην καθημερινότητα των ανθρώπων να θεωρείται αντικειμενικά φυσικό μέγεθος, ωστόσο η καρδιά μας, όταν απρόσμενα συγκλονίζεται, τον κάνει λάστιχο, οπότε συναγωνίζεται την αιωνιότητα και καταργεί τα ψυχοφθόρα ρολόγια. Σε κάποιο διάλειμμα μάς χαιρέτησε έναν έναν εγκάρδια ο δικός μας Μίκης. Με έκδηλη εκ μέρους του νοσταλγία συζητήσαμε αρκετά για την Ελλάδα -που και τότε, προπάντων τότε, μας πλήγωνε ιδιαίτερα- δίνοντας στον καθένα μας ως δώρο από μια κασέτα με τραγούδια από τον δίσκο «Ένας Όμηρος» σε ποίηση του Ιρλανδού ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Μπρένταν Μπήαμ. Παραμένει τα ακριβότερο δώρο, αν και, ως δανεικό σε κάποιον φίλο, δεν μου επιστράφηκε ποτέ. Στο τέλος, αφήσαμε στην οδό Αούστερλιτς την καρδιά μας και με ευγενική συντροφιά τους τρεις τραγουδιστές πήραμε το δρόμο για τον Πύργο του Άιφελ να συναντήσουμε την υπόλοιπη ομάδα. Μου έκανε, μάλιστα, εντύπωση το πόσο προσγειωμένοι και σεμνοί καλλιτέχνες ήταν αυτοί, που αλώνιζαν τραγουδώντας με τον ενθουσιώδη Μίκη στα μεγαλύτερα κονσερβατουάρ του κόσμου! 

Καρνέζης, Μητσιάς, Κωστούλης, Σαρέλας, Λαβράνος, Μωραΐτης, Μανιάτης, Παπαγγελίδης (δεν φαίνεται), Πετσάς,
Γιάννης Διδίλης (δεν φαίνεται)-Συναυλία στο γήπεδο Καραϊσκάκη τον Οκτώβρη του 1974.

Όταν έπεσε η Χούντα, εμείς περιμέναμε εναγωνίως τη θριαμβευτική επιστροφή του Θεοδωράκη στην πατρίδα. Εκείνον τον Αύγουστο με το που ήρθε, έδωκε τη μεγάλη κι ανεπανάληπτη από συναίσθημα συναυλία στο κατάμεστο στάδιο Καραϊσκάκη. Περισσότερο κλαίγαμε παρά ακούγαμε, καθισμένοι ως υπεράριθμοι ανακούρκουδα στο χόρτο του σταδίου. Με το που τέλειωσε η συναυλία περασμένα μεσάνυχτα, η τότε πολιτεία, μάλλον μικρόψυχα, δεν έδειξε την ανάλογη προθυμία για εξυπηρέτηση επιστροφής του κόσμου προς την Αθήνα με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο. Δεν μας πείραξε όμως καθόλου αυτό, αφού φτάσαμε πεζή από τον Πειραιά ως το Παγκράτι αγκαλιασμένοι και συν-άδοντας. Ποιος άλλος θα μπορούσε να μας προσφέρει τέτοιες προσωπικές ιστορικές στιγμές; 

Πέτρος Πανδής, Μαρία Φαραντούρη, Μίκης Θεδωράκης, Αντώνης Καλογιάννης, Μανώλης Μητσιάς, Γιώργος Θεοδωράκης και Γιώργος Νταλάρας
Γήπεδο Καραϊσκάκη-Οκτώβρης 1974

Αργότερα, το 1990, μια ευτυχής πάλι συγκυρία με έφερε εκ νέου κοντά στον Πέτρο Πανδή, αυτόν τον πολύ αξιόλογο κι ευαίσθητο ερμηνευτή, που αντιστάθηκε με σθένος στην παρακμή. Ήταν καλοκαίρι και η ορχήστρα του Θεοδωράκη με τη συμφωνική ορχήστρα της ΕΡΤ έδινε συναυλίας σε διάφορες πόλεις ενάντια στα ναρκωτικά. Εγώ, ως χορδιστής πιάνων κλήθηκα να συντονίσω αυτό το τέλειο όργανο και συνεκδοχικά όλη την ορχήστρα. Έκτοτε κρατάει μεταξύ μας ως αξεθύμαστη κολόνια μια όμορφη φιλία. 
Ο Μίκης, βέβαια, που έγινε η γέφυρα γι’ αυτή τη φιλία, παραμένει μέγα κεφάλαιο για την Ελλάδα και τον παγκόσμιο πολιτισμό. Είναι η ενσάρκωση του θρυλικού Ζορμπά και ίσως γι’ αυτό κέντησε περίτεχνα το ομώνυμο ορχηστρικό κομμάτι, που αμφιβάλλω αν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μην το ξέρει. Και φανταστείτε πόσο άδειος θα φάνταζα σήμερα, αν δεν πλαστογραφούσα εκείνο το πιστοποιητικό απορίας! 
Χρίστος Σαμαντάς ---> facebook


Χιλιάδες τραγούδια του Μίκη---> ΕΔΩ

Φωτογραφίες-Επιμέλεια-Παρουσίαση: Χρήστος Ζουλιάτης ---> facebook