Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογραφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογραφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Μαρτίου 2017

Πριν φτάσουμε στο Full HD της TV, δείτε το πρώτο φιλμ που γυρίστηκε από τους αδελφούς Λιμιέρ, το 1895.


Το πρώτο φιλμ στην ιστορία του κινηματογράφου.

Ο κινηματογράφος βασίζεται σε ένα...ελάττωμα του ανθρώπινου ματιού, που ονομάζεται «μετείκασμα». Ένας στιγμιαίος οπτικός ερεθισμός διαρκεί αρκετά, αφού εξαφανιστεί η αιτία που τον προκάλεσε, γιατί χρειάζεται επεξεργασία από τον εγκέφαλο. Η εικόνα (είδωλο) που σχηματίζεται στον αμφιβληστροειδή από ένα αντικείμενο, δεν χάνεται αμέσως αλλά, παραμένει και μετά την εξαφάνιση του. Ο κινηματογράφος στηρίζεται πάνω σε αυτή την αρχή για να λειτουργήσει και δεν είναι τίποτα άλλο, δηλαδή, από μια αλληλουχία φωτογραφιών που κινούνται με 24 καρέ το δευτερόλεπτο, όπως λέγεται η μια φωτογραφία στην κινηματογραφική ορολογία. Όλες μαζί οι φωτογραφίες αποτελούν το κινηματογραφικό φιλμ. Έτσι πριν ακόμα εξαφανιστεί το μετείκασμα της μιας εικόνας, να έρχεται η άλλη εικόνα, τότε οι εικόνες αυτές «συγχωνεύονται» και δημιουργούν μια συνεχή ροή εντυπώσεων. Με αυτόν τον τρόπο ο κινηματογράφος δίνει την εντύπωση της κίνησης.



Και αν οι πρωτοπόροι του κινηματογράφου ήταν οι αδελφοί Λιμιέρ, η ανακάλυψη προϋπήρχε. Είναι η γνωστή φωτογραφία με το άλογο που φαίνεται να καλπάζει και ΝΑ σπάζει τεντωμένα σχοινιά που βρίσκει στο δρόμο του, δεν είναι τίποτε άλλο από μια ενότητα 24 φωτογραφιών που έχουν προβληθεί σε γρήγορη κίνηση και αποτελεί το πρώτο κινούμενο πράγμα, που οδήγησε στην ανάπτυξη των κινηματογραφικών ταινιών. Σε μας σήμερα είναι το γνωστό αρχείο jif. Δημιουργός αυτού του κινούμενου αλόγου είναι ο Eadweard Muybridge με ημερομηνία 19 Ιουνίου του 1878. 

 *************************ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΑΛΟΓΟ**********************************************************************************
Η έξοδος εργατών από το εργοστάσιό τους.
Αυτή ήταν η πρώτη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου που δημιούργησαν στις 19 Μαρτίου του 1895, οι Γάλλοι κινηματογραφιστές και εφευρέτες Ογκίστ και Λουί Λιμιέρ.
Ο λόγος για το λίγων λεπτών φιλμ με τίτλο «Έξοδος από το εργοστάσιο Λυμιέρ» (La sortie des usines Lumière), που αποτυπώνει την έξοδο των εργατών από το εργοστάσιό τους.


Ποιοι ήταν οι αδερφοί Λιμιέρ

Τα αδέλφια Λιμιέρ, ο Λουί (5 Οκτωβρίου 1864 – 6 Ιουνίου 1948) και ο Ογκίστ (19 Οκτωβρίου 1862 – 10 Απριλίου 1954), γεννήθηκαν στην πόλη Μπεζανσόν της Γαλλίας. Σύντομα, όμως, αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στη Λιόν, όπου ο πατέρας τους διατηρούσε μαγαζί με φωτογραφικά είδη, στο οποίο εργάστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια των νεανικών τους χρόνων.

Από το 1892 άρχισαν να ασχολούνται με τη δημιουργία κινούμενης εικόνας. Στις 13 Φεβρουαρίου 1894 έλαβαν το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την κατασκευή μίας μηχανής λήψης και προβολής.

Αργότερα, βασιζόμενοι στο κινητοσκόπιο του Ουίλλιαμ Ντίκσον (ο οποίος εργαζόταν στα εργαστήρια του Τόμας Έντισον), το οποίο ήταν μία μηχανή προβολής ταινίας σε ένα κουτί, που ήταν ορατό μόνο από έναν θεατή, μέσω μιας οπής, εφηύραν το 1895 τον «κινηματογράφο» («cinematographe»).
16 φωτογραφίες το δευτερόλεπτο να δημιουργούν αίσθημα κίνησης.

Ο «κινηματογράφος» τους ήταν μία φορητή κινηματογραφική μηχανή λήψεως, εκτύπωσης και προβολής του φιλμ. Οι αδελφοί Λιμιέρ χρησιμοποίησαν φιλμ από celluloid με οδοντωτές τρύπες στο πλάι. Ένα δόντι της μηχανής ξετύλιγε το φιλμ, πηδώντας από τρύπα σε τρύπα. Κουρδιζόταν με μανιβέλα και μπορούσε να παίρνει ή να προβάλλει 16 φωτογραφίες το δευτερόλεπτο, αρκετές για να δημιουργήσει το αίσθημα της κίνησης.

Πούλησαν την εφεύρεση διότι δεν θα είχε μέλλον…

Μετά από μία επιτυχή περιοδεία το 1896 στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, οι αδελφοί Λιμιέρ, κρίνοντας ότι η εφεύρεσή τους δεν θα έχει μέλλον, την πούλησαν στον Ζορζ Μελιέ. Συνέχισαν, όμως, με την εταιρία «Λιμιέρ», η οποία κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή αγορά φωτογραφικών ειδών για αρκετά χρόνια, μέχρι που χάθηκε, ύστερα από την συγχώνευσή της με την εταιρία «Ilford».

ΔΕΙΤΕ το πρώτο ολιγόλεπτο φιλμ στην ιστορία του κινηματογράφου.

**********************************************************************************************

Η πρώτη ιδιωτική προβολή της ταινίας. Η εφεύρεση της έγχρωμης φωτογραφίας.

Το 1903 οι αδελφοί Λιμιέρ εφηύραν την έγχρωμη φωτογραφία, η οποία έγινε ευρέως γνωστή το 1907. Η πρώτη ιδιωτική προβολή της δικής τους μικρού μήκους ταινίας έγινε στις 22 Μαρτίου 1895, ενώ στη πρώτη δημόσια προβολή στις 28 Δεκεμβρίου παρευρέθηκαν συνολικά 35 άτομα και παρακολούθησαν δέκα ταινίες, οι οποίες διήρκεσαν συνολικά περίπου 15 λεπτά.
Πηγή: ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ


Επιμέλεια Χρήστος Ζουλιάτης



Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Η δολοφονία ενός μικρού παιδιού. Το σκληρό επάγγελμα του φωτορεπόρτερ, το συναίσθημα και οι τύψεις.


"One Hundredth of a Second"
Ένα συγκλονιστικό βίντεο.
Ένα εκατοστό του δευτερoλέπτου, σε χωρίζει από τον θάνατο ή την αναγνώριση κι όταν πρέπει να διαλέξουμε αν θα ενεργήσουμε με τη ψυχή ή με το μυαλό και τη λογική. Αν θα βοηθήσουμε τον άλλο ή θα κάνουμε καλά τη δουλειά μας. Και αν διαλέξουμε το μυαλό, η ψυχή εκδικείται με τις τύψεις. Για αυτό είμαστε άνθρωποι…




           




Το συγκεκριμένο βίντεο που δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 2012 δείχνει μια δημοσιογράφο - οπερατέρ, αυτόπτη μάρτυρα μιας δολοφονίας ενός μικρού παιδιού.

Το βίντεο δείχνει την αμφιταλάντευση της δημοσιογράφου ανάμεσα στο να κάνει τη δουλειά της, να καταγράψει δηλαδή την ωμότητα και τη βιαιότητα του πολέμου και την... ψυχή της που της λέει να βοηθήσει το παιδί που την κοιτά κατευθείαν μέσα στα μάτια, ζητώντας της βοήθεια.
Η πρωταγωνίστρια της ταινίας επιλέγει να μείνει αδρανής καταγράφοντας το έγκλημα για να καρπωθεί εκ των υστέρων τα εύσημα για την «πιστή» μεταφορά της συγκλονιστικής είδησης-μαρτυρίας.
Κάτι το οποίο και συμβαίνει, αφού αναδεικνύεται νικήτρια του σχετικού διαγωνισμού και αποσπά βραβείο για τη συγκεκριμένη της δουλειά.
Κατά τη διάρκεια της απονομής οι τύψεις νικούν, η πρωταγωνίστρια μεταφέρεται ξανά στο πεδίο του πολέμου και ζει ξανά τη σκηνή εκείνη που κλήθηκε να διαλέξει ανάμεσα στην καρδιά και στο μυαλό.
(από το ''αντικλείδι")


Το στόρυ της μικρής ταινίας (5:21") έχει ως εξής:
Kate is an ambitious photojournalist. Caught in a shoot-out in an Eastern European war zone, Kate spots a young girl running through the chaos. Intrigued, she follows the Girl, photographing as she goes. The Girl accidentally encounters a Gunman who interrogates her, pressing his AK-47 to her head. Kate photographs the terrified Girl and is horrified when the Girl makes eye contact with her, pleading to Kate for help. But Kate is too engrossed in her photography. She takes picture after picture as the girl is shot in front of her. Kate's work is nominated for the New Photographer of the Year Award. At the ceremony, when her photograph wins the top prize, Kate finds herself haunted by the memories of the Girl. Seeing the image projected onto a screen, Kate runs out without collecting her award, leaving the audience staring at the brutal photograph of the dead Girl.

Επιμέλεια Χρήστος Ζουλιάτης











Διαβάστε τα σχόλια που έγιναν στο βίντεο.

Sarya Erbil
I don't understand how people see this kind of short films and comment under the video like: "they create more drama", "this is propaganda" etc. Yes maybe you don't live there and you haven't seen a war but it doesn't mean this doesn't happen. People die everyday sometimes even worse things happen to them like they get raped or tortured. And yes you don't want to see the truth but Western countries and America just looks at the photos and say "yeah this photo looks dramatic let's give it an award." I don't blame people who live in the western countries or in America I just blame the government who has the power to stop the war but doesn't stop the war or do anything to make it slow down.

TinyShaman

Yeah, I get the message. Horrible things are happening in the world, and western countries are looking at them as though through a bulletproof glass, never truly relating. Sure. But a concert hall full of people who smile and applaud looking at a full frontal photo of a girl who was headshot? Really? Do they all have Asperger syndrome, or something? What a cheap way to create extra drama.

Edmond Dàntes
TinyShaman  Let me tell you that having Asperger isn´t a liability for any person with moral values and HONOUR to understand or proof how disgusting, something like this is. I have Asperger, and I can tell you for sure I wouldn´t stay in cold-hearted awe before a picture like this... Maybe I´m wrong, true, or maybe Aspergers aren´t monsters as you claim us to be.

TinyShaman
Edmond Dàntes I see what you are saying. But I'm not trying to make people with Asperger seem like monsters. A person whose social cues recognition is confused because of Asperger is no more a monster than a person who swells violently after eating shrimps because of allergy. It's just the way some people are.

The idea of the OP wasn't that the audience is bad, or horrible, or monstrous. The whole point of my comment was that the situation is stunningly absurd: people are supposed to applaud the winner, which they do, despite a singularly disgusting and upsetting image staring them right in the face. And the main character is THE ONLY ONE who has any reservations about clapping cheerfully. Again, I'm not attaching any judgement to what the audience was doing in the film. Their motivation is unclear, and falls squarely into the category "because the director said so". Actual audiences are known to behave quite differently in similarly confusing situations.

That being said, I'm not a trained psychiatrist, and my use of the term "Asperger syndrome" might be misguided. The assumption was that people with Asperger have difficulty, sometimes severe, in determining the course of action in social context. And even more so when some kind of clash between messages, feelings, and non-verbal cues take place. But, again, I may be wrong, either in general understanding, or in details. In any case, thank you for sharing your thoughts and feelings. It would also be nice if you responded by saying whether this explanation makes any sense to you, what constitutes, in your view, the main challenge for people with Asperger, and whether this term is applicable here at all.

Edmond Dàntes
I´m grateful for your explanation of your words. Truth has it, I didn´t have enough time to answer you until now and I apologize for it. I understand what you are saying, and I agree that the whole situation stands out of the ordinary. 
I don´t actually observe audiences while watching movies, shows or BTS, but I can agree with you that this audience has behaved unnaturally.
I can agree that people with Asperger don´t know at least sometimes how to behave socially. I might have over reacted according to your intentions by speaking, or to the importance of this matter.  The main challenge for people with Asperger(at least in my opinion), it´s to recognize themselves as people with such syndrome, to be able to evolve beyond their limitations. Asperger(according to my mindset) isn´t a term applicable, because that makes us different, and when someone knows it doesn´t walk by society´s standards, it tends to have more empathy with shocking situations, such as this. Please, accept my forgiveness for your bit misguided use of a simple word. In my opinion, you have explained yourself very nicely.

There are so many bad people in this evil and cold hearted world, that when good people know one another, they mustn´t be enemies or opponents, but friends. 

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

«ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ»: Η θρυλική ταινία του 1961 / Η Ελλάδα µε τα τσίγκινα σπίτια, την ανέχεια και τους φτωχοδιάβολους.

«ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ». Η ταινία που λογοκρίθηκε και πυροδότησε επεισόδια µεταξύ των θεατών και αστυνοµίας και οδήγησε σ' ένα διαζύγιο και µια οικονοµική καταστροφή του Αλέκου Αλεξανδράκη. Γυρίστηκε το 1961, και προκάλεσε θύελλα µε τη θεµατική της, αφού αποτύπωνε την Ελλάδα των συνοικιών µε τα τσίγκινα σπίτια, την ανέχεια και τους φτωχοδιάβολους. Από τότε πέρασαν 56 χρόνια και η ανέχεια και οι φτωχοδιάβολοι είναι και πάλι στο προσκήνιο, με την απόλυτη κρίση να μαστίζει την φτωχολογιά αλλά και τη μεσαία τάξη, αφού 2,3 εκατ. Έλληνες ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας .


Λίγα λόγια για να θυμηθούμε την υπόθεση του έργου. 
'Oλες οι εκφάνσεις της ζωής των ανθρώπων μιας αθηναϊκής φτωχοσυνοικίας, οι οποίοι αν και ζουν στην έσχατη μιζέρια, δεν παύουν να ονειρεύονται ένα καλύτερο αύριο. Ο Ρίκος αποφυλακίζεται και επιστρέφει σπίτι του, σε μια από τις φτωχότερες συνοικίες της Αθήνας. Όλοι η γειτονιά πλαντάζουν μέσα στη μιζέρια, τη λασπουριά, τη γκρίνια αλλά, κανένας δεν πλάθει ένα άξιο όνειρο. Για να γλυτώσουν από την κακομοιριά, ονειρεύονται την ατιμία, την κλοπή, την πορνεία, δηλαδή, τον εύκολο δρόμο. Η παλιά αγάπη του Ρίκο, η Στεφανία, δεν θέλει να συνεχίσει  τη σχέση μαζί του, τώρα που έχει άλλους πλούσιους φίλους. Μαζί με τον Νεκροφόρα και τον Ασημάκη, αρχίζουν εμπόριο παράνομων προϊόντων, αλλά πέφτουν έξω. Ο Ρίκος προτείνει να επιχειρήσουν ένα μεγαλύτερο κόλπο, όμως δεν θα προλάβουν να το ξεκινήσουν γιατί έχει ήδη σπαταλήσει τα λεφτά που του έδωσε ο Ασημάκης για κεφάλαιο... Κάπως έτσι... Τα υπόλοιπα, θα τα θυμηθείτε βλέποντας ολόκληρη την ταινία.

Αξίζει να αναφερθούμε, όμως, στις  σκηνές όπως, το όνειρο του σπιτιού με μεγάλα παράθυρα σε ένα «οικοπεδάκι» και το φινάλε της σκηνής της ληστείας όπου θριαμβεύει το καλό και η ανθρωπιά. Για την πραγμάτωσή τους, βέβαια, δίνουν πολλά με το ταλέντο τους, δυο καταπληκτικοί ηθοποιοί: Στην πρώτη σκηνή η θαυμάσια Αλέκα Παΐζη και στη δεύτερη ο φανταστικός Μάνος Κατράκης. Δυο ηθοποιοί που  με τις ερμηνείες τους, σφραγίζουν την επιτυχία της ταινίας, που αποτελεί μια σπάνια περίπτωση στο ελληνικό σινεμά εκείνης της εποχής. Πολύ καλές επίσης και οι άλλες ερμηνείες ηθοποιών όπως ο Αλεξανδράκης, ο Πέτσος (τραγική χαμηλότονη φιγούρα) και η Σαπφώ Νοταρά. Ενδιαφέρουσα παρουσία και η Αλίκη Γεωργούλη στο ρόλο της ονειροπαρμένης και αφελούς νεαρής. Καθοριστική ήταν και η εξαίρετη δουλειά του Δήμου Σακελλαρίου, που η φωτογραφία του ανάπλασε τις χαμοκέλες, τα σοκάκια και τη μιζέρια του συνοικισμού με λαμπρή πλαστικότητα, με εκφραστικούς φωτισμούς και, μάλιστα, χωρίς τη χρήση κάποιου εντυπωσιακού εφέ.

Η ταινία γυρίστηκε στον Ασύρματο, περιοχή στα Κάτω Πετράλωνα. Με σενάριο του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη και του συγγραφέα Κώστα Κοτζιά, ο Αλέκος Αλεξανδράκης επιχειρεί την πρώτη του σκηνοθεσία στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Έχει ήδη παντρευτεί την Αλίκη Γεωργούλη (1957) και μοιράζονται την αγάπη τους για την τέχνη, τις προοδευτικές τους ιδέες, τα ιδανικά τους για έναν καλύτερο κόσμο. 
H «Συνοικία το όνειρο» λογοκρίθηκε και ένας αστυνομικός διευθυντής, που σταμάτησε την προβολή της, τους είχε πει: «Τι πράγματα είναι αυτά που δείχνετε; Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πεινασμένοι ούτε τρελοί που να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κάνετε κομμουνιστική προπαγάνδα». Ευτυχώς που διαμαρτυρήθηκε η Ελένη Βλάχου κι επετράπη τελικά  η προβολή της ταινίας, έστω και πετσοκομμένη.

Η «Συνοικία το όνειρο» είναι η πιο σημαντική σκηνοθετική δουλειά του Αλέκου Αλεξανδράκη στον ελληνικό κινηματογράφο. Η ταινία, αν και δεν σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία, εν τούτοις θεωρείται μια από τις σπουδαιότερες ηθογραφίες της μεγάλης οθόνης. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης πλησίασε ρεαλιστικά την ελληνική πραγματικότητα, δραματοποιώντας τον πόνο και τις λαχτάρες της φτωχολογιάς, έτσι όπως τις βίωσαν οι άνθρωποι της εκείνα τα δύσκολα χρόνια του '60. Οι κριτικοί της εποχής χαρακτήρισαν την ταινία «αριστούργημα» και μίλησαν πολύ κολακευτικά και για την υπέροχη μουσική επένδυση του Μίκη Θεοδωράκη που έντυσε με τον πιο δεξιοτεχνικό τρόπο, όχι μόνο τις δραματικές σκηνές της ταινίας αλλά και τις ντοκουμαντερίστικες εικόνες της. Το δε τραγούδι «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», με αφετηρία αυτή την ταινία, ξεκίνησε το διαχρονικό του ταξίδι στην ιστορία και έμεινε στο χρόνο, ως μια από τις σημαντικότερες  στιγμές του ελληνικού  λαϊκού τραγουδιού.  Ένα από τα αρτιότερα τραγούδια στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, μουσικά, στιχουργικά κι ερμηνευτικά. Εξαιρετικό παίξιμο πάνω σε εξαιρετική μουσική. Στίχοι βαθιά λαϊκοί αλλά ταυτόχρονα και ποιητικοί που κατάφεραν να εκφράσουν τον πόνο και τη λαχτάρα της φτωχολογιάς. Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης με την αυθεντική λαϊκή και δραματική ερμηνεία του, γίνεται άλλος ένας ρόλος στην ταινία. 

Το ενδιαφέρον, όμως, εστιάζετε και στα πολιτικά γεγονότα, που δείχνουν και το κλίμα της εποχής και σημάδεψαν  την ταινία με τα «ήξεις-αφίξεις» του Καραμανλικού κράτους και παρακράτους όπου, ο διαχωρισμός ήταν ασαφής, με αποκορύφωμα αργότερα τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Εποχή δύσκολη για  αριστερούς και δημοκρατικούς καλλιτέχνες να δημιουργήσουν πόσο δε, να  έχουν την συμπαράσταση της πολιτείας. Είναι η εποχή που ο κάθε «ύποπτος» αριστερών φρονημάτων είχε τον χωροφύλακά του. Διαβάστε, και θαυμάστε τη δημοκρατική «ευαισθησία» του κράτους ή παρακράτους (διαλέγετε και παίρνετε), τι έγραφε ο τύπος της εποχής (Ελευθερία 4-8-1961)

Μια θρυλική συνοικία, μια καταραμένη ταινία.

Γυρίσματα κάτω από αντίξοες συνθήκες, πολιτικές διώξεις, λογοκρισία...
Ανάμεσά τους ο Ρίκος (Αλεξανδράκης), πρώην κατάδικος, νυν μικροκομπιναδόρος, αλλά με καλή καρδιά. Η αγαπημένη του Στεφανία ( Αλίκη Γεωργούλη ), που φλερτάρει με πλούσιους και με την ιδέα να ξεφύγει μια και καλή από τη φτωχογειτονιά. Ο ασκητικός «Νεκροθάφτης» ( Μάνος Κατράκης ), που σέρνεται ενώ προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον εφιαλτικό, όπου ακούς μωρά να κλαίνε και επιθετικές γυναίκες να φωνάζουν. Μια τουαλέτα και ένα τηλέφωνο υπάρχουν για ολόκληρη την περιοχή. Νερό, στου διαόλου τη μάνα... Ο ιταλικός νεορεαλισμός του Ντε Σίκα και του Ροσελίνι ενσωματωμένος στην ελληνική πραγματικότητα της αυγής της δεκαετίας του ΄60. 

Τα όσα συνέβησαν μετά τα γυρίσματα άνοιξαν μια πληγή που δεν θεραπεύτηκε ποτέ - απόδειξη τα λεγόμενα του ίδιου του Αλέκου Αλεξανδράκη όποτε τον ρωτούσαν για την ταινία. 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ περισσότερα στο ΒΗΜΑ


Επιμέλεια Χρήστος Ζουλιάτης






********************************************************************************************************
Εδώ μπορείτε να δείτε ολόκληρη η ταινία


Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ / Τρία χρόνια στη Μακρόνησο / «Δεν θα ξεχάσω όσους αγάπησα και όσους με αγάπησαν»

Ν Ι Κ Ο Σ   Κ Ο Υ Ν Δ Ο Υ Ρ Ο Σ: Εμένα δε μου έκαναν τίποτα εκεί στη Μακρόνησο, μπροστά σε αυτά που έκαναν στους άλλους. Δεν μιλάω για τις απειλές, για το ξύλο, για την πείνα, για την ταπείνωση, για τα μαρτύρια, για τους βασανισμούς. Μιλάω για την ντροπή. Για κείνους που δεν άντεξαν. Και τους ανάγκασαν ύστερα να στραφούν εναντίον των συντρόφων τους. Αυτό δεν το σηκώνει κανένας. Είναι η χρεοκοπία του ανθρώπου. Κι αυτουνού που το συλλαμβάνει στο αρρωστημένο μυαλό του, και του αλλουνού που αναγκάζεται να το δεχθεί. Ο μεσαίωνας δεν το τόλμησε. Και το τόλμησαν αυτοί. Και είχαν το θράσος, και μάλιστα ένας πνευματικός άνθρωπος σαν τον Παναγιώτη τον Κανελλόπουλο, να πει πως «η Μακρόνησος ήταν ο καινούργιος Παρθενώνας της Ελλάδας». Φτου!

Μακρόνησος / Τάσος Κατράπας - Νίκος Κούνδουρος - Θανάσης Βέγγος

Ως γόνος μεγάλης οικογένειας που ήμουν, οι βασανιστές θέλησαν να αλαφρύνουν το δικό μου βασανιστήριο στο Μακρονήσι. «Ζήτα μια χάρη και θα σου την κάνουμε» μου είπαν και το μόνο που ζήτησα ήταν, να με αφήσουν να πάω να μείνω στο βουνό χωρίς φαΐ και χωρίς νερό, ενδεχομένως, αρκεί να μην τους βλέπω και να μη με βλέπουν. Το δέχτηκαν!
Την πρώτη μέρα τράβηξα για το βουνό, βρήκα ένα μέρος να κάτσω και βάλθηκα να ατενίζω την απέραντη μοναξιά του τοπίου. Ξάφνου, εκεί που καθόμουνα και χάζευα και κοίταζα, πως ν' αρχίσω, μόνος τελείως, μ' ένα αντίσκηνο πεταμένο χάμου, μ' ένα σκεπάρνι και με πασσάλους, βλέπω μια σιλουέτα περίεργη, ένας γρήγορος, αεράτος τύπος μέσα σ' αυτές τις φοβερές χλαίνες που μας δίνανε, τις βρώμικες, ξεσκισμένες, να καταφθάνει, κουβαλώντας πασσάλους, σανίδια από κιβώτια κι ένα σφυρί και δυο τρία κομμάτια ύφασμα.

Δεν μου μιλάει, δεν του μιλάω και σε ελάχιστα λεπτά με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις στήνει ένα αντίσκηνο! Το δικό μου αντίσκηνο και μου λέει ξαφνικά: «Συναγωνιστή - ευλογημένη λέξη, που τελικά έχει γίνει ρετσινιά - συναγωνιστή, θα πεθάνεις. Το βράδυ κάνει κρύο. Βάλε την κουβέρτα σου πάνω στα σανίδια». Λέω: «Εσένα τι σε νοιάζει αν πεθάνω εγώ; Κι εσύ θα πεθάνεις». Ούτε γέλασε καν, ούτε και δε γέλασε. Πήρε τη διαλυμένη σκηνή κι άρχισε να τη στήνει μέσα στους πασσάλους της. Τον χάζευα, σκεφτόμουνα πως αυτός ή τρελός είναι ή άγιος. Τέλος πάντων, το ίδιο κάνει. Έκανα διάφορες σκέψεις, αφηρημένος και κουρασμένος, αλλά έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με το Βέγγο.

Για όλες τις επόμενες μέρες, για όσο καιρό έζησα σαν αγρίμι, εξόριστος μεσ’ στην εξορία, ο ίδιος τύπος πηγαινοερχόταν κάθε μέρα διανύοντας μια τεράστια απόσταση από το στρατόπεδο ίσαμε το βουνό, μόνο και μόνο για να μου φέρνει φαγητό να τρώω να μην πεθάνω. Ήταν ο Θανάσης Βέγγος, η απαρχή μιας μεγάλης φιλίας πάνω απ’ όλα.
Τρία υπαίθρια θέατρα χτίστηκαν στη Μακρόνησο από το 1947 μέχρι το 1950. Τα έχτισαν οι ίδιοι οι εξόριστοι για την «ιδεολογική αναμόρφωσή τους'' με πέτρες που έσπαγαν μόνοι τους από το βραχώδες έδαφος.

Έμεινε μαζί μου όλα τα χρόνια της Μακρονήσου. Είχα χρεωθεί την κατασκευή ενός θεάτρου - ήμουν τριτοετής της αρχιτεκτονικής τότε. Πήγα στη διοίκηση και λέω: «Αυτόν το μισότρελο φαντάρο να μου τον δώσετε». Κι έτσι βρέθηκα να φτιάχνω το θέατρο με το Θανάση βοηθό. Στήσαμε τη σκηνή, ανεβάσαμε το πρώτο έργο, και να ο Βέγγος ηθοποιός και να ο Βέγγος πρωταγωνιστής και να ο Βέγγος αγαπημένος ολόκληρου του τάγματος, και να ο Βέγγος η ανακούφισή μας, η λύτρωση μας και το χαμόγελό μας.

Ο Νίκος Κούνδουρος οργανώθηκε στην Αντίσταση και στο ΕΑΜ. Σε στρατιωτική παρέλαση του 1949 αρνήθηκε να τραγουδήσει «Τι ζητάνε οι Βούλγαροι στη Μακεδονία; Ουστ
έξω Βουλγαριά» και έτσι βρέθηκε εξόριστος στη Μακρόνησο όπου και παρέμεινε μέχρι το 1952. Το 1953 μπαίνει στον χώρο του κινηματογράφου και ένα χρόνο αργότερα γυρίζει την πρώτη του ταινία.Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά οι γονείς του δεν ανέχονταν να πολιτογραφηθεί σαν Αθηναίος. Τον μετέφεραν στην Κρήτη, τυλιγμένο σε μία πάνα, ώστε να γραφτεί στα δημοτολόγια του Αγίου Νικολάου της Κρήτης, στις 15 Δεκεμβρίου του 1926. Ήταν γιος του δικηγόρου και πολιτικού Ιωσήφ Κούνδουρου. Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας από την οποία και αποφοίτησε το 1948. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ενταχθεί στις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, και μετά τον πόλεμο εξορίστηκε στη Μακρονήσο, λόγω των αριστερών φρονημάτων του. Στα 28 του χρόνια αποφάσισε να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως σκηνοθέτης με τη «Μαγική Πόλη» (1954), όπου συνδύασε τις επιρροές του από το νεορεαλισμό με την εικαστική του ματιά. Με το σύνθετο και πρωτοποριακό έργο Ο «Δράκος» (1956), ο Νίκος Κούνδουρος καθιερώνεται. Ακολούθησαν «Οι παράνομοι»  (1958), «Το ποτάμι» (1959), «Μικρές Αφροδίτες» (1963), «Το πρόσωπο της Μέδουσας» (1967), «Τα τραγούδια της φωτιάς» (1974), «1922» (1978) κ.ά.
Εκτενή αφιερώματα στο LIFO

Επιμέλεια κειμένων Χρήστος Ζουλιάτης


Άφησα τελευταίο το «πόνημα» του Στέφανου Χίου, που είναι η επιτομή της χυδαιότητας, της κίτρινης και γκαιμπελίστικης δημοσιογραφίας, στην «Ελεύθερη Ώρα», στις 13/11/2013, για τον Νίκο Κούνδουρο και τον Πέτρο Κόκαλη.

«Καταγγελίες φωτιά για ''αγωνιστές του ΕΑΜ'' που έπνιξαν την Ελλάδα στο αίμα με λαϊκά δικαστήρια δολοφονώντας νοικοκύρηδες σαν ταγματασφαλίτες
Όλα στη φόρα για ''αντιστασιακούς της αριστεράς'' που τα ''γεράκια'' της CIA τους τίμησαν στην Αμερικάνικη πρεσβεία!
Αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας εν όψει των ''επετειακών'' εκδηλώσεων των αριστερών στο Πολυτεχνείο, επιχειρεί ο γνωστός επιχειρηματίας, Ιωάννης Θεοφανόπουλος, εγγονός του αλησμόνητου Πρύτανη του ΕΜΠ που εκτελέστηκε από αντάρτες του ΕΑΜ στην Αράχοβα κατά την διάρκεια των ''Δεκεμβριανών'' του 1944». 

Και αφού πλέκει το εγκώμιο του πατριώτη Ιωάννη Θεοφανόπουλου, γράφει μεταξύ άλλων πως «Στην διάρκεια της Κατοχής συνεργάσθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και τον Άγγελο Έβερτ για την διάσωση με πλαστές ταυτότητες πολλών φοιτητών» και επειδή οι κατοχικές δυνάμεις εκτίμησαν το «έργο» του «Το 1939-1941 διετέλεσε αντιπρύτανης, το 1941-1943 πρύτανης και από το 1943 ως το θάνατό του προπρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Τον Δεκέμβριο του 1944 απήχθη από την οικία του επί της οδού Φερρών από ''Ελασίτες'' που τον οδήγησαν με τα πόδια ξυπόλυτο να διασχίσει την χαράδρα της Κάζας στον Κιθαιρώνα μέσα στα χιόνια, με προορισμό την Λειβαδιά». 

Στη συνέχεια, λοιπόν, ο εγγονός Θεοφανόπουλος, βασιζόμενος σε μαρτυρίες τάχαμου, κατοίκων και απογόνους του εκλιπόντος πατριώτη, εννοεί τους χίτες και ταγματασφαλίτες, αναφέρει τις «ιστορικές αφηγήσεις» τους πως «πέρασε λαϊκό δικαστήριο από τον λόχο ''Λόρδος Βύρων'' υπό τον καπετάνιο Φαράκο και δύο εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής. Τον ιατρό Πέτρο Κόκκαλη και τον τότε φοιτητή και μετέπειτα διάσημο σκηνοθέτη, Νίκο Κούνδουρο».

Και ολοκληρώνει το «πόνημά» του γράφοντας «Ο πατέρας του διαπρεπή επιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη, Πέτρος, δεν ζει για να μας απαντήσει....έχει τη δυνατότητα, όμως, να μας απαντήσει για τα εγκλήματα τους, ο κύριος Νίκος Κούνδουρος ο οποίος ζει και βασιλεύει. Ας επιστρατεύσει την μνήμη του βουτώντας την μέσα στο αίμα που χύθηκε…»


Είμαι σίγουρος πως, και τώρα ακόμα, αν δει το δημοσίευμα ο Νίκος Κούνδουρος, θα σηκωθεί απ΄τον τάφο του να τον φτύσει. 

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: «Ξεχάστε με στη θάλασσα. Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία». Ένα άγνωστο ποίημά του.

Θεόδωρος Αγγελόπουλος: «Δεν θέλω να πεθάνω» 
Είχε πει: «Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία όπου ο ήρωας οδηγείται από δυο φύλακες στην ηλεκτρική καρέκλα. Καθώς προχωρούν, οι σκιές τους μεγαλώνουν στον τοίχο. Ξαφνικά μια κραυγή... Δεν θέλω να πεθάνω. Αυτή η κραυγή για καιρό μετά στοίχειωνε τις νύχτες μου. Ο κινηματογράφος μπήκε στη ζωή μου με μια σκιά που μεγάλωνε σε έναν τοίχο και μια κραυγή».


Ίσως αυτή την κραυγή «δεν θέλω να πεθάνω» να ήθελε να βγάλει, όταν νοσηλευόταν στην εντατική που, δυστυχώς, γι αυτόν, για μας, για τους φίλους του καλού κινηματογράφου, κατέληξε στην «Άλλη θάλασσα», παραμένοντας, ωστόσο στις καρδιές όλων μας!
Γεννήθηκε στις 27 Απριλίου του 1935 και έφυγε άδοξα, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ (24/1/2012) μετά από θανατηφόρο ατύχημα στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Η άλλη θάλασσα». Τον γνώρισα από κοντά, στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα» με τον Μάνο Κατράκη, στο καφενείο του Σιγάλα, εκεί δίπλα του ένοιωθε την παρουσία του Κάρολου Κουν, στη στοά Ορφέα. Τον θυμάμαι, πάντα με ένα τσιγάρο στο χέρι και σε μια αέναη κίνηση, να μιλάει, να συμβουλεύει, να καθοδηγεί και να δημιουργεί. Ήταν ο σημαντικότερος κινηματογραφιστής, που ανέδειξε η χώρα μας κι ένας από τους σπουδαιότερους του παγκόσμιου κινηματογράφου, με κυρίαρχα θέματα στο φιλμικό του σύμπαν, η μετανάστευση, η επιστροφή στην πατρίδα και η ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα.

Λίγο πριν τη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα», είχε γράψει ένα ποίημα, γύρω στο 1982, λες κι ότι προοιώνιζε αυτό που θα γινόταν ύστερα από τριάντα χρόνια:

«Ξεχάστε με στη θάλασσα»
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει «δικό μου είναι»
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.

Κείμενα-Φωτογραφίες: Χρήστος Ζουλιάτης

Δείτε φωτογραφικά στιγμιότυπα από τα γυρίσματα της ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα» στη στοά Ορφέα.











Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Ο Μακαρθισμός στο Χόλιγουντ: Όταν η ρουφιανιά βαφτίζεται «πατριωτική πράξη» / Προδοσίες, καταδόσεις και αντιστάσεις

«Οι διανοούμενοι και καλλιτέχνες του Χόλιγουντ είναι το μαλακό υπογάστριο της Αμερικής. Αν οι κομμουνιστές αλώσουν την κινηματογραφική βιομηχανία θα περάσουν την κομμουνιστική ιδεολογία τους στο έθνος».
Ήταν τα λόγια του Τζο Πάρνελ, του «μαύρου κορακιού», γερουσιαστή και προέδρου της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών. Ήταν τότε που ο Πρόεδρος Τρούμαν, το 1945, διέταξε έλεγχο των φρονημάτων όλων των κρατικών υπαλλήλων και τη συγκρότηση σχετικών εξεταστικών επιτροπών, σε όλους τους τομείς και χώρους της κρατικής και ιδιωτικής οικονομικής, κοινωνικής, επιστημονικής και πολιτιστικής δραστηριότητας. Επικεφαλής αυτής της επιτροπής ήταν ένα άλλο κοράκι της Αμερικανικής πολιτικής, ο γερουσιαστής Τζότζεφ ΜακΚάρθι που ξεκίνησε την «εκστρατεία κατά της κομμουνιστικής διείσδυσης στην αμερικάνικη κοινωνία»


Η αντικομμουνιστική εκστρατεία σχεδιάστηκε στο μεσοπόλεμο, προωθήθηκε στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αυξήθηκε μεταπολεμικά, κορυφώθηκε στη δεκαετία του 1950 και βεβαίως συνεχίζεται «δημοκρατικότατα», και ... «αντιτρομοκρατικότατα» μέχρι σήμερα. 

Όταν η ρουφιανιά γίνεται πατριωτική πράξη.
24/11/1947. Το Κογκρέσο των ΗΠΑ καταδικάζει 10 καλλιτέχνες που αρνούνταν να «συνεργαστούν» με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του Γερουσιαστή Μακάρθι, καταδίδοντας τους κομμουνιστές συναδέλφους τους. Την ιδιότητα του καταδότη είχε ο «δικός» μας σκηνοθέτης Ελίας Καζάν. Ήδη είχε αποχωρήσει από το κομμουνιστικό κόμμα και άρχισε να δείχνει: Αυτός, αυτός, κι αυτός εκεί κι ο άλλος παραπέρα. Και λέει, πως δε συμφωνούσε με τις μεθόδους της επιτροπής αλλά συνεργαζόταν γιατί, είχε εκτιμήσει σε πολλά ντόλαρς το τομάρι του και ήθελε να το σώσει. Ο ίδιος πριν πεθάνει, σε συνέντευξή του είχε πει «Δεν άλλαξα γνώμη γι αυτά που έκανα». Μπράβο αγόρι μου.

Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ένα από τα δημοφιλέστερα ζευγάρια της εποχής και γνωστοί για τη φιλελεύθερη αριστερή στάση τους, ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και η Λόρεν Μπακόλ που στήθηκαν μπροστά στην επιτροπή και μπήκαν στη «μαύρη λίστα» αφού και αριστεροί ήταν και πορείες είχαν οργανώσει κατά του Μακαρθισμού. Όμως, από το 1950 και μετά, όταν η κατάσταση άρχισε να αγριεύει, ο Μπόγκαρτ και η Μπακόλ κράτησαν σταθερή απόσταση ασφαλείας από φίλους και γνωστούς που κατηγορήθηκαν για τα αριστερά τους φρονήματα.
Marilyn Monroe and Arthur Miller
Το 1956 ήρθε η σειρά του σεναριογράφου και συζύγου της Μέριλιν Μονρό, του Άρθουρ Μίλερ, να σταθεί μπροστά στην επιτροπή. Μαζί του, καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης, ήταν και η Μέριλιν Μονρό, η οποία συνοδεύοντας έναν φιλοκομμουνιστή, ρίσκαρε να καταστρέψει τη δική της καριέρα. Η ηθοποιός κατέθεσε υπέρ του συζύγου της και εκμεταλλεύτηκε τη διασημότητα και τη δημοτικότητά της για να μεταπείσει τα μέλη της επιτροπής. Δεν κατάφερε να γλιτώσει το σύζυγό της, αλλά σίγουρα η υποστήριξή της σήμαινε πολλά για εκείνον. Ο Μίλερ αρνήθηκε να δώσει ονόματα, κρίθηκε ένοχος και μπήκε στη μαύρη λίστα.

Τώρα, αν θέλετε και την χειρότερη ιστορία στην υπόθεση αυτή, είναι η περίπτωση του Ρίτσαρντ Κόλινς που μοιάζει με αρχαία ελληνική τραγωδία. Ο Κόλινς ήταν πετυχημένος σεναριογράφος του Χόλιγουντ και αφοσιωμένος κομμουνιστής τη δεκαετία του ’30. Ήταν απ’ τα πρώτα ονόματα στη «Μαύρη Λίστα». Πολύ γρήγορα όμως, κατέδωσε φίλους, συνεργάτες, ακόμα και τη γυναίκα του.
Ήταν η ηθοποιός Ντόροθι Κόμινγκορ, γνωστή για το ρόλο της στον «Πολίτη Κέιν» του Όρσον Γουέλς. Η Κόμινγκορ αρνήθηκε πεισματικά να δώσει ονόματα και ο «καλός Αμερικάνος», Ρίτσαρντ Κόλινς, της ζήτησε διαζύγιο. Και το πήρε. Ο Κόλινς έκτοτε έμεινε γνωστός στο Χόλιγουντ όχι για το συγγραφικό του ταλέντο, αλλά ως ένας απ’ τους μεγαλύτερους δοσίλογους του Μακαρθισμού. Σιγά το πράγμα, εδώ στο Ελλάδα είχαμε και έχουμε καλύτερους και περισσότερους ρουφιάνους. 

 Οι πρώτοι διώκτες στο «κυνήγι μαγισσών» ήταν γνωστοί ηθοποιοί.
Ένας χορός πρακτόρων και καταδοτών του μακαρθισμού. Ανάμεσά τους οι: Γκάρυ Κούπερ, Κλαρκ Γκέιμπλ, Κάρι Γκραντ, Λίζα Ρότζερς, κόρη της Τζίντζερς και του Χάουαρντ Χιούζ,  Τζον Γουέιν,  Τσαρλς Κόμπερν, Χέντα Χόπερ, Ρόναλντ Ρίγκαν, Λίο ΜακΚάρεϊ (σκηνοθέτης),  Ουόρντ Μποντ, Ολίβια ντε Χάβιλαντ, Πολ Λούκας, Ρόμπερτ Τέιλορ, Τζορτζ Μέρφι, Αντολφ Μανζού κ.ά., που ήταν μια ομάδα χαφιέδων - καταδοτών και βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του αντικομμουνιστικού πογκρόμ στο Χόλιγουντ. Δημιούργησαν δε, τον αντικομμουνιστικό «Κινηματογραφικό Σύνδεσμο Διατήρησης των Αμερικανικών Ιδεωδών».

Πρώτοι στο στόχαστρο ήταν διανοούμενοι και καλλιτέχνες.
Οι πρώτοι που αντιστάθηκαν σ΄αυτή την εκστρατεία ήταν μερικοί θαρραλέοι προοδευτικοί καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων και οι Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Λορίν Μπακόλ, Τζιν Κέλι, Τζιουν Χάβοκ, Τζον Χιούστον, Ντάνι Κέι, Κάθριν Χέμπορν, οι οποίοι πήγαν στην Ουάσιγκτον να διαμαρτυρηθούν για τις «παραβιάσεις του δικαιώματος των προσωπικών πεποιθήσεων», αλλά αποπέμφθηκαν σκαιώτατα. Το κογκρέσο οξύνει την εκστρατεία του για να πολεμήσει τη «Διείσδυση του κομμουνισμού στο Χόλιγουντ» και καταρτίζει τον πρώτο κατάλογο περί των πιο «επικίνδυνων κομμουνιστών, εχθρών της πατρίδας».

Η Λόρεν Μπακόλ και ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ ηγούνται της διαδήλωσης (Hollywood  1950)

Πρόκειται για τους «Δέκα του Χόλιγουντ». Οι «Δέκα», (σεναριογράφοι, σκηνοθέτες, παραγωγοί) ήταν οι Χέρμπερτ Μπίμπερμαν, Αλμπερτ Μαντζ, Εντουαρντ Ντμίτρικ, Αντριαν Σκοτ, Ρινγκ Λάρντνερ, Τζ. Σάμουελ Ορνιτζ, Τζον Χόγουαρτ Λόσον, Λέστερ Κολ, Αλβά Μπεσί, Ντάλτον Τράμπο, οι οποίοι σύρθηκαν βίαια για ανάκριση από «ιεροεξεταστές». Οι «Δέκα» αρνούμενοι να συνεργαστούν με την Επιτροπή, δηλαδή να καταδώσουν συναδέλφους τους, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση.
Αν θέλετε κι άλλα ονόματα, ιδού: Λίλιαν Χέλμαν, Κλίφορντ Οντετς, Τζέρομ Ρόμπινς, Λάρι Παρκς, Τζον Μπάρι, Τσέριλ Κρόφορντ, Ρόμπερτ Λιούις, Τζότζεφ Λόουζι, Καρλ Φόρμαν, Ανν Ρίβερ, Γκέιλ Σόντεργκααρντ, Πόλα Μίλερ - Στράσμπεργκ, Τζιν Μιουρ, Τζον Γκάρφιλντ, Τζ. Εντουαρντ Μπρόμπεργκ, Πολ Μιούνι, Τζον Φορντ, Ντάσχιλ Χάμετ, Τζον Στάινμπεγκ, Λάιονελ Στάντερ, Ζυλλ Ντασσέν, Μάικλ Γκόρντον, Μπέρναρντ Γκόρντον, Φοίβη Μπραντ, Πολ Στραντ, Λέο Χάρβιτς, Τόνι Κράμπερ, Αρτ Σμιθ, Μάικλ Γουίλσον, Εντριαν Σκοτ, Κίριλ Εντφιλντ, Χέρμπερτ Κλάιν, Στάνλεϊ Κιούμπρικ, Ρόμπερτ Λόουζι, Λούις Λέβετ, Ουίλιαμ Ουάιλερ, Κλάρενς Μπράουν, Μάρτιν Ριτ, Μπαντ Σούλμπεργκ, Νεντ Γιανγκ, Ντέιβιντ Μέριλ, Ζίρο Μόστελ κ.ά.
Στη λίστα ήταν και ο Ελία Καζάν, ο οποίος μέχρι το 1936 ήταν μέλος του ΚΚ ΗΠΑ και μετά έγινε ρουφιάνος. Κατέδωσε και τον Ζυλ Ντασσέν για να γλυτώσει το τομάρι του. Ο Καζάν, μετά την κατάδοσή του, ξεκίνησε έναν αντικομμουνιστικό πόλεμο και προσπαθώντας να δικαιολογήσει την προδοσία του στα μάτια του κορυφαίου δραματουργού Αρθουρ Μίλερ, ισχυρίστηκε ότι τα ονόματα που έδωσε «τα είχαν μαρτυρήσει ήδη ή θα τα μαρτυρούσαν άλλοι»!

Έχω εδώ στα χέρια μου έναν κατάλογο 205 ανθρώπων, οι οποίοι ήταν γνωστοί στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβερνήσεως ως μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος και οι οποίοι, παρ' όλα αυτά, εξακολουθούν να εργάζονται και να διαμορφώνουν την πολιτική του Υπουργείου Εξωτερικών

Όσοι αντιστάθηκαν σθεναρά  το πλήρωσαν πολύ ακριβά (φυλακή, πλήρης επαγγελματική καταστροφή, αυτοκτονίες, πείνα, εξαθλίωση, θάνατος σε φτωχοκομεία).  Ούτε οι καλλιτέχνες που ομολόγησαν και δήλωσαν μετανιωμένοι κομμουνιστές σώθηκαν επαγγελματικά. Αλλά και αρκετοί από εκείνους που και ομολόγησαν και έδωσαν ονόματα, μπόρεσαν να συνεχίσουν αμέσως μετά την απολογία τους απρόσκοπτα τη δουλειά τους. Άλλοι μόλις που επιβίωσαν, γράφοντας σενάρια με ψευδώνυμα και με αμοιβές πείνας. Άλλοι άλλαξαν επάγγελμα για να ζήσουν. Άλλοι συμβιβάστηκαν αργότερα, είτε υπογράφοντας δηλώσεις μετανοίας, είτε δεχόμενοι όλα τα «γούστα» του Χόλιγουντ, για να έχουν μεροκάματο.
Reed Coll. art professor Lloyd Reynolds (left)
 at House Un-American Activities Committee hearing, 

June 19, 1954


Ο σεναριογράφος Ρινγκ Λάρντνερ, ένας από τους «Δέκα του Χόλιγουντ», αρνούμενος να συνεργαστεί με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών, φυλακίστηκε, όπως όλοι οι «Δέκα». Όταν αποφυλακίστηκε, επί χρόνια βίωνε την επαγγελματική του καταδίκη. Το όνομά του ως σεναριογράφου ήταν απαγορευμένο, αν και όλοι ήξεραν το ταλέντο του. Αντιμετωπίζοντας το φάσμα της πείνας, για να επιζήσει δέχτηκε και έγραψε, για «ένα κομμάτι ψωμί», δεκάδες σενάρια, τα οποία εμφανίζονταν πίσω από μια «βιτρίνα», δηλαδή με το όνομα κάποιου άλλου, συνήθως άσχετου με τη συγγραφή, ο οποίος καρπωνόταν τη μερίδα του λέοντος από την έτσι κι αλλιώς χαμηλή αμοιβή για το σενάριο.
«Αν ήθελες να ξεφύγεις από τη μαύρη λίστα έπρεπε να γίνεις καταδότης. Δεν μπορούσες να μιλήσεις στην επιτροπή ή στα διάφορα κέντρα αποχαρακτηρισμού μόνο για τον εαυτό σου. Αυτό που ήθελαν ήταν ονόματα και αυτό το έλεγαν πληροφορίες. Είχαν ήδη όλες τις πληροφορίες. Είχαν και τα ονόματα. Αυτό που ήθελαν ήταν, με το δικό σου όνομα, να δείξουν τη δική τους δύναμη και τη δική σου υποταγή. Χρειάζονταν να δείξουν ότι κι εσύ ήσουν με το μέρος τους», τονίζει ο Ουόλτερ Μπερνστίν και σημειώνει ότι η
λίστα «συμπεριλάβαινε μεταξύ άλλων, συνδικαλιστές, γιατρούς, ακαδημαϊκούς, κυβερνητικούς υπαλλήλους, νοικοκυρές, καλλιτέχνες και ανθρώπους του θεάματος. Οι κομμουνιστές δαιμονοποιήθηκαν, οι φιλελεύθεροι περιθωριοποιήθηκαν. Οι σπιούνοι ήταν άφθονοι ή έτσι φαινόταν»
Το σύνθημά τους ήταν: «Καλύτερα νεκρός παρά κόκκινος». 

Dalton Trumbo  at House Un-American Activities Committee 
Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση κομμουνιστή σεναριογράφου και σκηνοθέτη Dalton Trumbo ο οποίος με άλλους 9 - οι «Δέκα» όπως ονομάστηκαν- αρνήθηκαν μέχρι τέλους να απαντήσουν στις ερωτήσεις της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών και καταδικάστηκε σε 1 χρόνο φυλακή και 1000$ πρόστιμο, ποινή που εξέτισε στις ομοσπονδιακές φυλακές. Μετά την αποφυλάκισή του ο Dalton Trumbo μετανάστευσε στο Μεξικό απ΄ όπου «βομβάρδισε» κυριολεκτικά το Χόλιγουντ με σενάρια (πχ «Σπάρτακος») που πολλά απ' αυτά πήραν το Όσκαρ, πάντα όμως με το όνομα κάποιου άλλου. Χαρακτηριστικά η κατάσταση αυτή περιγράφεται στη ταινία «Η Βιτρίνα» του Γούντυ Άλεν. Μετά την επιστροφή του γύρισε το 1971 τη συγκλονιστική ταινία «Ο Τζόνυ πήρε τ' όπλο του» από τις κορυφαίες ταινίες του Χόλιγουντ. Πριν πεθάνει βραβεύτηκε αναδρομικά για πολλά του έργα.

Η πτώση του Μακάρθι ήταν εξίσου μετεωρική με την άνοδό του. Με το πέρασμα της δικομματικής ψήφου επίπληξής του με 67 έναντι 22 στη Γερουσία τον Δεκέμβριο του 1954, ο Μακάρθι έγινε persona non grata για το πολιτικό
κατεστημένο. Ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ τον διέγραψε από τις λίστες των προσκεκλημένων του Λευκού Οίκου. Όταν στον προεκλογικό αγώνα του 1956 ο αντιπρόεδρος Νίξον βρέθηκε στο Ουισκόνσιν, την πολιτεία του Μακάρθι, και ο Μακάρθι κάθισε δίπλα του, ένας σύμβουλος του Νίξον του ζήτησε να σηκωθεί και να φύγει. Λίγο αργότερα ένας σύμβουλος του Δημοκρατικού ηγέτη στη Γερουσία Λίντον Τζόνσον τον συνάντησε τυχαία στους δρόμους της Ουάσιγκτον και δυσκολεύθηκε να τον αναγνωρίσει: «Αξύριστος, σαν να χρειαζόταν να κάνει μπάνιο, πρησμένος από το ποτό, σχεδόν ασυνάρτητος». Ο Μακάρθι ήταν ακόμα γερουσιαστής όταν πέθανε ξεχασμένος το 1957 σε ηλικία 48 χρόνων από οξύ αλκοολισμό (συκώτι), αφήνοντας ως «κληρονομιά» του στο αγγλικό και στο παγκόσμιο λεξιλόγιο τον όρο «Μακαρθισμός».
Πηγές: Ριζοσπάστης, Μηχανή του χρόνου, Καθημερινή

Επιμέλεια κειμένων-Παρουσίαση: Χρήστος Ζουλιάτης

Φίλοι που σχολίασαν την ανάρτηση στο facebook

Stathis Gotsis: Ο Καζάν προσπάθησε να δικαιολογήσει την πράξη του λέγοντας πως δεν έδωσε ονόματα που δεν γνώριζε η Επιτροπή αλλά απάντησε καταφατικά για ήδη γνωστά (καμμένα) ονόματα της Επιτροπής, υπονοώντας ότι είχε κι άλλα ονόματα να δώσει που δεν γνώριζε η Επιτροπή αλλά δεν το έκανε. Βεβαίως αυτό δεν είναι δικαιολογία και η πράξη του είναι κατάπτυστη. Ο Μπόγκαρτ δεν ήταν και τόσο πολιτικοποιημένος και η άρνησή του ήταν περισσότερο αποτέλεσμα ήθους παρά πολιτικής θέσης. Δεν αναγνώριζε στον Μακάρθι και σε κάθε Καραγκιόζη τον ρόλο του ιεροεξεταστή που θα τον εξανάγκαζε να γίνει χαφιές. Γιατί στον μέσο έντιμο Αμερικανό εκείνης της εποχής ήταν μεγάλη ντροπή να γίνεις χαφιές. Παρόλα αυτά κράτησε καλύτερη στάση από τον δικό μας που προσπάθησε αργότερα να εξιλεωθεί γυρίζοντας «προοδευτικές» ταινίες όπως «On the waterfornt», «The Arrangement», κ.λ.π..

Αναστάσιος Καπράλος: Κάθε φορά με αυτό το θέμα, όπως και με κάθε παρόμοιο, πρέπει να διαχειριστώ ταυτόχρονα τα έντονα αντίθετα συναισθήματα που μου δημιουργούνται, όπως του θαυμασμού μου προς τους μεγάλους καλλιτέχνες της προσφοράς προς την ανθρωπότητα σε πολύ δύσκολες συνθήκες , αλλά και της απέχθειας προς τα ανθρωπάκια που πίστεψαν πως ήταν μια ευκαιρία να εκμεταλλευτούν για τη πάρτι τους και να αναρριχηθούν πατώντας πάνω σε συναδέλφους που προσπαθούσαν να σπρώξουν την ανθρωπότητα λίγο ψιλότερα. Μπράβο σου Χρήστο για το αφιέρωμα και μακάρι να μπορούσαμε να κάναμε μια εκδήλωση για όλους αυτούς συνολικά με θέμα,…. ας πούμε.. ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ και …..σφουγγοκωλάριοι ή όπως αλλιώς εσύ νομίζεις. Για να πάρω παιδιά και εγγόνια και να’ρθω για να μπολιαστούν μαθαίνοντας μια και έξω …. το πως και στη τέχνη δένεται το ατσάλι.

Nikos Theodosiou
Μια  ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι και του άλλου δικού μας Σπύρου Σκούρα. Γράφει ο Ν.Θεοδοσίου: «Μην ξεχνάμε ένα από τα "πρώτα βιολιά" των διώξεων, με έντονη πολιτική παρουσία στην μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα, τον πρόεδρο του 20th Century Fox, Σπύρο Σκούρα. Μαζί με το αδερφάκι του Γιωργο κάνανε πολλά».
 Van Fleet, Σπύρος Σκουρας στην Κορέα το 1952.
Και πριν, το 1948, το ίδιο δίδυμο βρισκόταν στο Γράμο.
Ποιος ήταν ο Σπύρος Σκούρας; Διαβάστε: Θεωρείται ο πιο σημαντικός άνθρωπος στην ιστορία της βιομηχανίας του κινηματογράφου. Για 20 χρόνια πρόεδρος της μεγαλύτερης εταιρείας παραγωγής στον κόσμο, της 20th Century Fox, χρεώνεται με το μεγάλο άλμα της εισαγωγής του σινεμασκόπ, το ξεπέρασμα της κρίσης που έφερε η τηλεόραση, μερικές από τις μεγαλύτερες χολιγουντιανές παραγωγές  και την παγκόσμια κυριαρχία του αμερικάνικου σινεμά.

Τι κι αν η Μέριλυν Μονρόε τον χαρακτήρισε ως ένα μεγάλο «μπάσταρδο» για το βρώμικο ρόλο του στο κυνήγι των αριστερών καλλιτεχνών του Χόλυγουντ και τον αισχρό πόλεμο ενάντια στην ίδια και τον άντρα της, διάσημο θεατρικό συγγραφέα Χένρυ Μίλλερ....
Περισσότερα ΕΔΩ