«Να Μάθεις Να Φεύγεις» Της Σοφίας Ντρέκου, που εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι είναι δικό της και ψευδώς αποδόθηκε στον Μενέλαο Λουντέμη.
Εδώ, θα διαβάσουμε ένα συγκλονιστικό ποίημα της Σοφίας Ντρέκου, όπου βάζει κάποιες βασικές αρχές για τον άνθρωπο, αν θέλει να ζει με αξιοπρέπεια και ανάμεσα στα πολλά τα «πρέπει», να μάθει να ψάχνει «για αγάπες που να θυμίζουν Καζαμπλάνκα».
Οι φωτογραφίες παραμένουν, όπως και το «Ένα παιδί μετράει τ΄άστρα».
Να Μάθεις Να Φεύγεις. Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών. Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν. Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας. Να φεύγεις ! Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς. Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο. Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι. Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο. Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ. Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε. Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας). Αποδέξου το. Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες,μέρη που περπάτησες. Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις. Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι. Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη. Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι. Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο. Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω - δεν τους το χρωστάς. Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου. Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει. Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει. Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς -οι τρίτες για τους γελοίους. Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία. Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει -σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο. Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα – όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες. Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα. Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά. Από το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα»:
Από αριστερά Γ.Γιολδάσης, Μ.Λουντέμης, Δ.Φωτιάδης, Μ.Κατράκης, Τζ.Καρούσος, Ν.Παπαπερικλής, Γ.Ιμβριώτης, Κ.Ματσακάς
Το καπάκι του ματιού το ’χει ο άνθρωπος για να σκεπάζει το μάτι του σαν κοιμάται, όχι σαν είναι ξύπνιος! Κι ύστερα, σου λένε, ο άνθρωπος είναι το «ευγενέστερον ζώον»… Ζώον… μάλιστα, αλλά όχι και ευγενέστερον!… Το αγριότερον, μάλιστα! Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των
δειλών ανθρώπων. Τους περήφανους τους σέβονται και νεκρούς, τους δειλούς τους σιχαίνονται ακόμη και ζωντανούς. Ζωντανός θα πει περήφανος! Όλα τα λόγια του θεού είναι καλά. Μόνο, βάρντα, να μην τα πάρουνε στο στόμα τους οι παπάδες. Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά; Να κοιτάς κατάματα τον αντικρινό σου και να του λες αυτά που θέλεις, και όχι μόνο αυτά «που πρέπει»… είναι κιόλα μια νίκη, μια λύτρωση.
Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους. Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστορήμα «Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό «Οδός Αβύσσου, αριθμός Ο».
Γράφει και αρκετά ποιήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Είμαι καλά». Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει». Ο Φώτης Σιούμπουρας, μάλιστα, στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», υποστηρίζει γι’ αυτό το ποίημα πως «ο συγγραφέας, λοιπόν, σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθησε κι έγραψε στην Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα. Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε (Ν.Σαραντάκος).
Από αριστερά προς τα δεξιά, ο ηθοποιός Γ. Γιολδάσης, ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης, ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης, ο ηθοποιός Μάνος Κατράκης, ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος, ο λογοτέχνης Νίκος Παπαπερικλής, ο Γιάννης Ιμβριώτης και ο ηθοποιός Κώστας Ματσακάς.
«Είμαι καλά»
Ποίηση: Μενέλαος Λουντέμης
Αφήγηση: Χρήστος Ζουλιάτης
Μουσική επένδυση: Μίκης Θεοδωράκης (East of the Aegean)
Όταν λέμε, αλληλογραφία εξόριστων στην Μακρόνησο, εννοούμε ένα τυποποιημένο «Επιστολικόν Δελτάριον», όπου πάνω γράφονταν «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει», εν είδη τηλεγραφήματος, και συνήθως, όλοι έγραφαν «Είμαι πολύ καλά» ή πρόσθεταν και «το αυτό επιθυμούμε και δι υμάς», διαφορετικά το γράμμα, περνώντας από τη λογοκρισία, δεν έφτανε ποτέ στον παραλήπτη.
Ο Μενέλαος Λουντέμης έγραψε κάτι παραπάνω από το «Είμαι πολύ καλά», συνθέτοντας ένα ολόκληρο ποίημα που το απηύθυνε στη μάνα του. Πολλοί πιστεύουν, όπως ο δημοσιογράφος Φώτης Σιούμπουρας στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», πως το γράμμα δεν το έστειλε στη μάνα του, που έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε, αλλά το απηύθυνε στη μάνα τού συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την Ειρήνη, που τη θεωρούσε μάνα ηρωίδα.
Στην κατοχή πήρε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στο πλευρό του ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο - ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ' αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άι Στράτη, μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Μάνο Κατράκη, τον Θέμο Κορνάρο, τον Δημήτρη Φωτιάδη, τον Γιάννη Ιβριώτη και πολλούς άλλους.
Στα μαθητικά του χρόνια είχε στρατευθεί στην αριστερά και η πολιτική του δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, του στοίχισε την αποβολή του απ' όλα τα γυμνάσια της χώρας («απεσύρθη» από την τέταρτη τάξη του εξατάξιου γυμνασίου).
Σ’ αυτό το κολαστήριο της Μακρονήσου, οι αρχές στέλνουν τον Γενάρη του 1949 τον Μενέλαο Λουντέμη, μετά την Ικαρία. Φτάνει λιπόσαρκος, αδύναμος, έτοιμος να καταρρεύσει σωματικά. Διατηρεί, όμως, στο ακέραιο την πνευματική του υγεία και παρατηρεί με προσοχή τις αντιδράσεις και την ψυχολογία των συγκρατουμένων του, απλών στελεχών και ηγετών, εργατών και διανοουμένων και ανθρώπων του καθημερινού μόχθου.
Είμαι καλά, Μητερούλα … αυγή μου…
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ’ τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει… Μάνα…
Τρεμούλα των χεριών…
Χρόνια που ξεφεύγεται απ’ την μπόλια…
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου …
Είμαι καλά.
«Πρώτον, Σεβαστή μου …»
«Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω …» Και δεν ρωτώ τίποτα.
Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι «Είναι καλά …»
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ’ τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.
«Πρώτον, Μητερούλα … Υγείαν έχω»
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
«Πρώτον, Μητερούλα …» Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.
Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
«Είμαι καλά».
Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω …
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα «Είμαι καλά»
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.
Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
«Είμαι καλά».
Ξέρω, αχ, Μητερούλα …
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου …
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από ’δω …
«Είμαι καλά».
Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να ’ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα …
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου
«Είμαι καλά».
Είμαι καλά … Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά … Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά … Αφού αραδιάζω στο χαρτί,
«Είμαι καλά».
Αχ, να μπορούσα να ’χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα ’χυνα στο διάστημα …
Για να ’ρχονται – κι όταν εγώ δεν θ’ ανασαίνω.
Να ’ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούνε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
«Είμαι καλά».
Μανούλα εσύ… Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών…
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου…
Και διάβασε πάνω στ’ άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ’ την καρδιά μου:
Μάνα… Αχ… Μάνα, Μάνα…
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ’ το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ’ απ’ το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα …
Πες πως ξύπνησες απ’ όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ … ησύχασε, Μανούλα.
«Είμαι καλά»
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά…
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκροί του
ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ
Απαγγελία: Χρήστος Ζουλιάτης με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη
********************
Επιστολή του Ναζίμ Χικμέτ στους εξόριστους «Φίλοι κι αδέλφια της ψυχής μου. Εσείς που πέσατε στις φυλακές και στα νησιά της κόλασης, που σας κρατάν
αλυσωμένους μες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης γιατί πολεμάτε για την ανεξαρτησία, το ψωμί και τη λευτεριά του ελληνικού λαού, δεχθείτε την αγάπη και τον θαυμασμό μου. Οι λαοί της Τουρκίας και της Ελλάδας έχουν τους ίδιους εχθρούς: τον αγγλο-αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τους ντόπιους λακέδες του. Οι λαοί της Τουρκίας και της Ελλάδας, φιλιωμένοι ο ένας με τον άλλο, με τη βοήθεια των φιλειρηνικών λαών όλου του κόσμου, θα τσακίσουν στο τέλος αυτούς τους εχθρούς τους. Αυτό το πιστεύω. Ο δικός σας ένδοξος αγώνας είναι μια απ’ τις πιο λαμπρές αποδείξεις, ότι θα νικήσει η υπόθεση της ειρήνης, του ψωμιού και της λευτεριάς. Σας σφίγγω όλους μ’ αγάπη στην αγκαλιά μου». Ναζίμ Χικμέτ (Βερολίνο 10/08/1951 ) (Το γράμμα αυτό μεταδόθηκε ραδιοφωνικά κατά τη διάρκεια της δίκης του Νίκου Μπελογιάννη).
Απάντηση του Μ.Λουντέμη στον Ναζίμ Χικμέτ
Ναζίμ Χικμέτ, αρκαντάς. Συγκάτοικε της κόλασης. Σ’ άκουσα που βόγκηξες εψές για την Ελλάδα. Ήταν νύχτα ώρα πικρή. Κι ο βόγκος ακούμπησε στο στήθος μας. Ήταν η ώρα που δέναμε τις πληγές μας. Κι ανασηκώσαμε τον επίδεσμο για να σ’ ακούσουμε. Να σ’ ακούσουμε – απ’ το μικρό μπουντρούμι της Σταμπούλ- Να βογκάς μες σ’ όλα τα μπουντρούμια του κόσμου. Τώρα, Ναζίμ, μπορώ να σου το πω. Τώρα που μου στένεψαν τον κόσμο. Τώρα που γεύτηκα της αλυσίδας τη σκουριά. Τώρα, Ναζίμ, μπορώ να σου το πω: Πως στο δεξί βραχιόλι της χειροπέδας μου αισθάνομαι το χέρι το δικό σου. Ναζίμ, ομοθάνατε αδελφέ μου. Μας έφτασε απρόσμενα το γράμμα σου εδώ χτες βράδυ. Σαν ένα πουλί που έφυγε απ’ το κλουβί του. Σαν ένα χέρι που ανέβηκε από τα κύματα. Το διαβάσαμε, ριγώντας συλλαβιστά, κάτω απ’ το γιαταγάνι του μισοφέγγαρου. Και πήραμε τον όρκο: Να σου κεντήσουμε στο ρούχο τη στάμπα του Μακρονησιώτη. Και να σε κράξουμε επίτιμο μάρτυρα και συντοπίτη μας. Η φυλακή μας είναι ξέσκεπη εδώ, Ναζίμ. Γκρεμότοπος που τον ζώνει ολοτρόγυρα η πίσσα. Και πάνω του σαλεύουμε ολόρθοι σκελετοί. Πώς ήρθε και μας βρήκε το χαρτί σου; Εδώ δεν άραξε άλλο τίποτε, ποτές παρά μονάχα οι δήμιοι κι οι βοριάδες. Πώς βρήκε τη στράτα το χαρτί σου; Αυτό που γίνηκε στον τόπο μου, αρκαντάς, δεν εματάγινε ποτές, αλλού, στη σφαίρα, κι ουδέ μιλιέται, ουδέ γροικιέται. Μοναχά τούτο σου λέω, Ναζίμ: Τα μωρά, τα μωρά που δεν έκλαψαν ποτέ γι’ άλλον κανένα παρά για τον ίδιο τους τον εαυτό. Τα μωρά έβαλαν από τις κούνιες τους το μοιρολόι, για τα μεγάλα πάθη των γονιών τους. Τούτο μονάχα σου λέω, αρκαντάς. Και θα ‘θελα να ξεφωνίσω. Μα το κερί μου γέρνει στο σαμαντάνι το κεφάλι του, και κλαίει για τον εαυτό του. Τώρα καληνύχτα, Ναζίμ. Κι αύριο που θα φέξει, Κι εγώ θα ξεντυθώ τα σίδερα, θα ‘ρθω να σε βρω. Θα πάρω το βαπόρι της γραμμής και θα ‘ρθω στη Σταμπούλ να σ’ ανταμώσω. Και συ, θα δεις απ’ το κατάστρωμα το μαντήλι μου και θ’ ανέβεις να με καλωσορίσεις. Και τότε, θα πιαστούμε αδελφικά και θα σεργιανίσουμε στα χώματα που γεννήθηκα. Κι αν έχεις μάνα. Αν έχεις μάνα, αρκαντάς, θα σκύψω να της φιλήσω το χέρι, που ‘φερε στη ζωή τον αδελφό που μου ‘λειπε. Κι αν έχεις αδελφό, θα του ζητήσω να μου δανείσει τ’ όνομά του. Κι αν έχεις γιο. θα βάλω στη χούφτα του το χέρι της κορούλας μου. Κι αν δεν έχεις τίποτα ... αν δεν έχεις τίποτα, αρκαντάς, τίποτα. Τότες θα σου δείξω τα Τουρκάκια. που ιδρώνουν στο μουράγιο Μ’ έναν ίδρο συγγενικό. Τις μητέρες που ανεβαίνουν λυπημένες τον ανήφορο. Τα παιδάκια που ξυλιάζουν έξω απ’ τις βιτρίνες. Θα σου δείξω τις χιλιάδες μητέρες, τους αδελφούς και τα παιδιά μας. Και θα δώσουμε μαζί τον όρκο της Ακοίμητης Οργής: Πως δεν θα γελάσουμε ποτές, αν δεν γελάσουνε μαζί μας. Πως δεν θα τραγουδήσουμε ποτές, αν δεν τελειώσουνε τα δάκρυα του κόσμου. Μα τώρα, συχώρα με, αρκαντάς. Σιμώνει ο σκοπός. Και το κερί μου πέθανε στην πέτρα του. Ψηλά η ζωή! Σε χαιρετώ με την ιαχή της Μακρόνησος. Ο αδελφός σου Μενέλαος Λουντέμης.