Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βάρναλης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βάρναλης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

ΛΟΥΚΑΣ ΘΑΝΟΣ / Ο συνθέτης που μελοποίησε την «Μπαλάντα του Κυρ Μέντιου». Πώς ξεκίνησε και τι κάνει τώρα.

Έφυγε από την Ελλάδα στα 17 του, με Καρυωτάκη, Βάρναλη και Αλεξάνδρου στις αποσκευές, όταν το «Σάλπισμα» με τη φωνή τού Νίκου Ξυλούρη τον έκανε πασίγνωστο σε όλη τη χώρα. Το όνομα του Λουκά Θάνου έχει συνδεθεί με δυο μεγάλα ονόματα, του Κώστα Βάρναλη και του Νίκου Ξυλούρη. Είναι ο συνθέτης που μελοποίησε «Την μπαλάντα του κυρ Μέντιου» και περιέχεται στο δίσκο «ΣΑΛΠΙΣΜΑ», ένα τραγούδι-σταθμός που έχει ακουστεί χιλιάδες φορές, σε πλατείες, σε δρόμους, σε πορείες, και σε κάθε είδους προοδευτική εκδήλωση. 



Τα τραγούδια του δίσκου μελοποιήθηκαν το 1969-72, ηχογραφήθηκαν το 1976, ωστόσο, ο δίσκος κυκλοφόρησε στα μέσα Μαρτίου του 1980, όταν είχαν περάσει σχεδόν σαράντα ημέρες από τότε που ο μέγας Ξυλούρης είχε φύγει από τη ζωή. Επρόκειτο να κυκλοφορήσει στις αρχές του 1978 αλλά έμεινε στα συρτάρια της εταιρείας γιατί η εταιρεία, προφανώς, περίμενε να πεθάνει ο Νίκος Ξυλούρης για να τον κυκλοφορήσει. Τα γνωστά τερτίπια....Μια τακτική που δεν ακολούθησε ο Λουκάς και δεν δέχθηκε να ενταχθεί στις ομαδούλες που λυμαίνονταν τον πολιτισμό μας... Ας είναι....
Μπορεί στο ευρύ κοινό να έγινε γνωστός με αυτό το τραγούδι όμως, υπάρχει και η άλλη πλευρά του καλλιτέχνη που έχει σπουδάσει μουσική, χορό, θέατρο, σκηνοθεσία και φιλοσοφία στην Αθήνα, τη Ρώμη και τη Νέα Υόρκη και ερεύνησε επί σειρά ετών τη φιλοσοφία και το χορό της μεγάλης ιέρειας Isadora Duncan, διατελώντας σύμβουλος της οικογενείας της, καθώς και αναβιωτής και καλλιτεχνικός διευθυντής του «Κέντρου Μελέτης Χορού Ισιδώρας και Ραϊμόνδου Ντάνκαν».
Εκτός, λοιπόν, από μουσικός συνθέτης και ερευνητής της σύγχρονης χορογραφίας, ο Λουκάς Θάνος είναι και επίμονος μελετητής της αρχαίας τραγωδίας. Έχει τα τελευταία χρόνια στραφεί στη μελέτη του Αισχύλου, στη ρυθμική και σωματική αγωγή του τραγικού λόγου, στη έκφραση του Χορού, στη ρίζα της συλλογικής εμπειρίας.

Επιστρέφει τώρα από την Αμερική έπειτα από 40 χρόνια με Παλαμά και τη φωνή του Γιάννη Χαρούλη να τραγουδάει τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου». Ο συνθέτης Λουκάς Θάνος αφηγείται τη δημιουργική του περιπέτεια, τα ταξίδια και τις συναυλίες του σε σπουδαία θέατρα του κόσμου, μιλάει για τους ποιητές και το τραγούδι, για την ιστορία της «Μπαλάντας του κυρ - Μέντιου» και τη μαγική φωνή του Ξυλούρη, τη μουσικότητα του Αισχύλου αλλά και για την καινούργια του όπερα «Ιsadora».




Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη (Αυγή 17/3/2017)

*Από τον Βάρναλη τον Καρυωτάκη και τον Αλεξάνδρου, στον Παλαμά και από τον Ξυλούρη, στον Χαρούλη. Πόση απόσταση έχει διανυθεί;

Είναι μια μεγάλη απόσταση, μεγάλες ανατροπές έχουν συμβεί στις ζωές μας και στον κόσμο, που γίνονται ακόμα μεγαλύτερες με την τεχνολογική εξέλιξη. Ωστόσο, οι βασικές αξίες παραμένουν ίδιες. Ας δούμε τον «Δωδεκάλογο του γύφτου», που είναι γραμμένος εδώ και 120 χρόνια. Κάλλιστα θα μπορούσε να έχει γραφτεί σήμερα. Λέει ένας στίχος «Ξένος πάντα με τον ξένο, ξένος και με τον δικό... Πάω προς μια πατρίδα πάω, μια για πάντα να σταθώ». Δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρος αυτός ο στίχος. Η ποίηση του Παλαμά, και γενικά η μεγάλη ποίηση, μας επαναφέρει προς την πρωταρχική ανάγκη του απλού, του ωραίου και του αληθινού. Αυτή τη στιγμή έχουμε ανάγκη να πάμε από το ουίσκι στη ρακή, δηλαδή να επιστρέψουμε στην ηθική, άρα στην αισθητική.

*Πώς πρωτοήρθατε σε επαφή μ' αυτούς τους ποιητές και με τον Ξυλούρη επίσης;

Η πρώτη μου επαφή με τη μελοποίηση ήταν μέσω του Καρυωτάκη. Οι νέοι αγαπούν τον Καρυωτάκη γιατί είναι έτοιμοι να νικήσουν τον θάνατο. Ως νέος κι εγώ, 14 χρόνων αναμετρήθηκα με τα «Νηπενθή» και με τον καρυωτακικό πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων. Έτσι, μελοποίησα τον «Πόνο των πραγμάτων και του ανθρώπου», που συνθλίβοντας τον χρόνο και κάνοντάς τον μία στιγμή. Τώρα ήρθε η ώρα να κυκλοφορήσει σε δίσκο, που θα είναι έτοιμος σε δύο μήνες. Όπως με τον Καρυωτάκη, έτσι και με τον Παλαμά επανέρχομαι διαρκώς στην ποίησή του. Το πρώτο ποίημα του Παλαμά που μελοποίησα ήταν το «Εμείς οι εργάτες», που το τραγούδησε ο Ξυλούρης, ωστόσο δεν μπήκε ποτέ στον δίσκο «Σάλπισμα» γιατί ήθελα να πάω τότε αντίθετα στο μεταπολιτευτικό μουσικό ρεύμα και να κάνω έναν δίσκο λυρικό. Με τον Παλαμά μου συνέβη κάτι περίεργο. Δεν τον είχα κατανοήσει, μέχρι που τον ξανακοίταξα μετά την έρευνά μου πάνω στον Αισχύλο. Μελοποιώντας τον Αισχύλο κατάλαβα ότι στην ποίηση ο χρόνος και ο τόπος παύουν να υφίστανται. Το ποίημα μπορεί να υπάρξει παντού και πάντα και για κάθε άνθρωπο να είναι μοναδικό.

*Το ελληνικό τραγούδι πάντα είχε τον τρόπο να φέρνει τη μεγάλη ποίηση σε επαφή με το μεγάλο κοινό. Εξακολουθεί;

Δεν έχει ξαναγίνει στον πλανήτη να γεμίζει ένα στάδιο για να ακούσει νομπελίστες ποιητές. Το ελληνικό τραγούδι το κατόρθωσε γιατί ακουμπάει στη μνήμη της ρυθμικής ομηρικής αφήγησης, γιατί, περνώντας ακόμα και από τη βυζαντινή αφήγηση του Χρυσόστομου, ευτύχησε να βρεθούν μεγάλοι Έλληνες δημιουργοί, που αποκωδικοποίησαν αυτή τη διαδρομή. Μετά τη μικρή διακοπή που συνδέεται με την παγκόσμια αισθητική κρίση της τελευταίας 30ετίας, νομίζω πως επανερχόμαστε στη διαχρονική ελληνική ανάγκη να ξαναδημιουργήσουμε με αφορμή την πάντα μεγάλη Ελληνική ποίηση.

*Έχετε εντοπίσει νέους ποιητές που μπορούν να ξαναπιάσουν αυτό το νήμα από την αρχή;

Ναι, υπάρχουν σπουδαίοι νέοι. Αυτή τη στιγμή έχω μελοποιήσει τέσσερις σημαντικούς νέους ποιητές, τον Μάνο Ορφανουδάκη, τον Μιχάλη Γελασάκη, τον Σπύρο Αραβανή και τον Πάνο Δημητρόπουλο. Μέσα στη χρονιά που διανύουμε θα κυκλοφορήσουν δύο δίσκοι με την ποίησή τους από τις εκδόσεις Μετρονόμος του Θανάση Συλιβού.

*Πληθωρική η επιστροφή σας από το Λος Άντζελες. Πώς βρεθήκατε εκεί;

Όσο ηχογραφούσαμε το «Σάλπισμα» με τον Ξυλούρη, πηγαινοερχόμουν στη Ρώμη, όπου μόλις είχα ξεκινήσει τις σπουδές μου στη Φιλοσοφία και την Κοινωνιολογία. Συνέχισα τις σπουδές μου στη Νέα Υόρκη και μετά στο Λος Άντζελες, όπου και παραμένω, διδάσκοντας αρχαία ελληνική τραγωδία, αλλά υπάρχουν και μεγάλα διαστήματα που εργάστηκα στη Ρωσία, κυρίως με την Ορχήστρα Δωματίου της Μόσχας, που είχα την τύχη να παίξουν έργα μου μουσικοί από την πρώτη γενιά μουσικών της, ενώ στην Αγία Πετρούπολη είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με τη μεγάλη γενιά χορευτών του Θεάτρου Μαρίνσκι πάνω στο χορόδραμά μου «Ισιδώρα Ντάνκαν», το οποίο έκανε πρεμιέρα στο περίφημο παλάτι της Ξισίνσκαγια, της μεγάλης χορεύτριας που εισήγαγε και πρωτοδίδαξε μπαλέτο στην Αγία Πετρούπολη, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις που θα ολοκλήρωνε η Βαγκάνοβα αυτού που σήμερα γνωρίζουμε ως μεγάλη ρωσική σχολή στο μπαλέτο. Ωστόσο, παρ' όλη αυτή τη διαδρομή, διαρκώς επιστρέφω στα πρώτα μου βήματα, στο σπίτι μου στον Βύρωνα, όπου 17 χρόνων είχα την τύχη να κάνω πρόβες και να σιγοτραγουδώ με τον Νίκο Ξυλούρη την ποίηση του Βάρναλη.

*Πώς ανακαλύψατε τον Βάρναλη;

Κάποιο πρωί βρήκα πάνω στο πιάνο μου ένα ανοιχτό βιβλίο. Κατάλαβα ότι το είχε βάλει ο πατέρας μου και από αντίδραση το πέταξα στην πολυθρόνα. Το επόμενο πρωί πάλι τα ίδια. Αυτό συνέβαινε για έναν μήνα περίπου. Για να απαλλαγώ, άρχισα να μελοποιώ τη σελίδα στην οποία ήταν ανοιχτό το βιβλίο. Ουσιαστικά δεν διάβαζα το ποίημα, το τραγουδούσα με την κιθάρα. Πέταξα το βιβλίο πάλι στην πολυθρόνα, αλλά είχα μελοποιήσει την «Μπαλάντα του κυρ - Μέντιου». Τις επόμενες ώρες άρχισα να καταλαβαίνω ότι κάτι σημαντικό είχε συμβεί. Έτσι έψαξα το ποίημα και τον ποιητή και μελοποίησα τους «Πόνους της Παναγιάς» και αγάπησα έναν καινούργιο κόσμο που ανοίχτηκε μπροστά μου, τη γλώσσα και την ποίηση του Βάρναλη. Έτσι όμως πήρα και την εκδίκησή μου, γιατί μ' αυτόν τον τρόπο ο πατέρας μου μου έδωσε τη «μεγάλη εντολή», όπως λέει ο Καζαντζάκης στην «Ασκητική», να τον ξεπεράσω ως γονιό και να μπορέσω να ανοίξω τα δικά μου φτερά. Το επόμενο ήταν να επιβάλω εγώ στον πατέρα μου να ψάξει και να βρει τον Ξυλούρη για να ερμηνεύσει τον «Κυρ - Μέντιο». Ακούγοντας τα ριζίτικα, μαγεύτηκα από τη φωνή του και όταν τον γνώρισα μαγεύτηκα από τον ίδιο. Ήταν τόσο γενναιόδωρος, απλός, τρυφερός μαζί μου που ήμουν παιδί, ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, πολύ συνεσταλμένος και πολύ γλυκός.

*Τον Βάρναλη τον γνωρίσατε;

Τον συνάντησα στο σπίτι του στο Παγκράτι, του έπαιξα τρία τραγούδια. Ενθουσιάστηκε και μου πρότεινε στην «Μπαλάντα του κυρ - Μέντιου» να βάλω μια στροφή που αρχικά δεν την είχα και ήταν «Κοίτα οι άλλοι έχουν κινήσει, κι έχει η πλάση κοκκινίσει». Δεν θα μπορούσα να το αρνηθώ, μόνο που χαμήλωσα τη μελοποίηση για να την ξαναϋψώσω στην τελευταία στροφή «Άιντε θύμα, άιντε ψώνιο».

*Γίνατε διάσημος στα 17 σας και μετά εξαφανιστήκατε. Γιατί;

Φοβήθηκα. Συνέβη κάτι που ως παιδί δεν μπορούσα να το διαχειριστώ. Ενώ ήμουν μια χαρά όσο δουλεύαμε με τον Ξυλούρη ή τον Βάρναλη. Όλη αυτή η δημοσιότητα που προέκυψε από τον δίσκο φοβήθηκα πως θα με αποπροσανατολίσει από τον στόχο μου και ο στόχος μου ήταν να μελοποιώ μεγάλους ποιητές. Από την άλλη, ήταν μία περίοδος, στις αρχές της δεκαετίας του '80, που από το τραγούδι των δημιουργών πηγαίναμε στο τραγούδι των σταρ, πράγμα που εγώ δεν ήθελα να υπηρετήσω. Άλλωστε, τώρα διαπιστώνουμε που μας έχει οδηγήσει όλη αυτή η νοοτροπία. Δεν είναι τόσο η οικονομική κρίση όσο η ηθική κατάπτωση που μας έφερε στη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουμε τώρα.

*Ωστόσο, δεν έχουμε επιστρέψει στον πρώτο λόγο των δημιουργών.

Είμαστε στην αρχή της επιστροφής να ξαναβρούμε όλα αυτά που γλυκαίνουν την ψυχή του ανθρώπου και ξαναστρέφουν το μυαλό στη φαντασία και τη δημιουργία.

*Η φωνή του Ξυλούρη σας οδήγησε τώρα στον Γιάννη Χαρούλη;

Ήταν μια συναισθηματική μνήμη που μάλλον έχει να κάνει περισσότερο με την Κρήτη, την οποία εγώ γνώρισα μέσα από τον Ξυλούρη. Ο Νίκος μου έδειξε την κρητική ψυχή και ο Γιάννης μου την ξαναθύμισε.

*Για τον "Δωδεκάλογο του γύφτου" γυρίσατε φέτος στην Ελλάδα;

Όχι μόνο, αφού έχω έτοιμη μια νέα όπερα, την «Ιsadora», πάνω στη ζωή της Ισιδώρας Ντάνκαν, και θα ήθελα να παρουσιαστεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Λόγω της πολυπλοκότητας αυτής της Όπεράς μου επιθυμώ, και θα το επιδιώξω, να γίνει με τη συνεργασία της Λυρικής Σκηνής και του Εθνικού μας Θεάτρου. Αυτό πιστεύω θα ήταν ο ιδανικός συνδυασμός για να επιτευχθεί το όραμα που έχω για αυτό το έργο μου. Άλλωστε, με τη Λυρική Σκηνή έχω ξανασυνεργαστεί και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία όταν χορογράφησα την Όπερα του Σαμάρα «Ρέα» και έχω μια πολύ γλυκιά ανάμνηση.

*Μου είπατε ότι μελοποιήσατε Αισχύλο. Χορικά εννοείτε;

Όχι μόνο. Μελοποίησα το ίδιο το κείμενο του «Προμηθέα Δεσμώτη» σε μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη και την «Ορέστεια» σε δική μου μετάφραση. Είναι εκπληκτικό για έναν μουσικό να ακουμπάει αυτά τα κείμενα και να ανακαλύπτει, πιθανώς, μέρος της μουσικότητάς τους.

*Εκτός από τη μουσική, ασχολείστε με τη χορογραφία και τη σκηνοθεσία.

Όλα αυτά ξεκινούν από τη μουσική και επιστρέφουν σ' αυτή. Ασχολήθηκα με τον χορό και τη σκηνοθεσία για να ερευνήσω όχι μόνο αυτό που ακούγεται αλλά και αυτό που φαίνεται, δηλαδή τη σύνθεση των δύο αντίθετων συμβόλων τού Διόνυσου, που είναι ο ήχος, και του Απόλλωνα, που είναι η εικόνα. Άλλωστε, η συμφιλίωση αυτών των δύο, οδήγησε στη δημιουργία της αρχαίας τραγωδίας. Έχω δημιουργήσει ένα σύστημα πάνω στο οποίο διδάσκω τους μαθητές μου και τους ηθοποιούς το οποίο βασίζεται στη μουσικότητα των κειμένων και την αισχύλεια νομοτελειακή δομή.

Επιμέλεια: Χρήστος Ζουλιάτης


*********************************************************************************************************************

Τα 12 νέα τραγούδια από τον "Δωδεκάλογο του γύφτου"





Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

ΔΙΠΟΡΤΟ: Ο Κώστας Βάρναλης «Μες την υπόγεια την ταβέρνα», Σωκράτους και Θεάτρου γωνία, δέκα σκαλιά κάτω, στον κόσμο του μύθου.

Στο Δίπορτο της Βαρβάκειου αγοράς
Χθες το μεσημέρι, βρέθηκα έξω απ΄το «Δίπορτο»και είπα να κατέβω τα σκαλοπάτια του, όπως την άλλη φορά. Είχα πεθυμήσει κάτι «σπιτικό», μια φασολάδα, μια ρεβιθάδα ή μια φάβα πικάντικη, ακόμα ακόμα, σαρδέλες ψητές και πατάτες γιαχνί με σέλινο. Να συχνωτιστώ με τους πελάτες, να κάτσω στο ίδιο τραπέζι με άγνωστους ανθρώπους που το κοινό μας σημείο είναι η πείνα και η όρεξη για καλό φαγητό, να πιω ένα ποτήρι κρασί. Εδώ, δεν λες Sauvignon ή Merlot απλά, λες κρασί. Αν παραγγείλεις μπύρα, σε κοιτάνε περίεργα οι γύρω σου. Και στο πέμπτο ή έκτο ποτήρι, ίσως δω  τον Βάρναλη σε μια γωνιά, να πίνει τη ρετσίνα του και να σκαρώνει στο πακέτο των τσιγάρων του, τους «Μοιραίους». Να ακούσω τον Αλέξανδρο, τον ακορντεονίστα, να παίζει το δίπορτο, όχι του μαγαζιού αλλά, της ζωής, με άλλα λόγια, το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» και να ζήσω στιγμές «Μες την υπόγεια την ταβέρνα, μες σε καπνούς και σε βρισιές ... να πάνε κάτω τα φαρμάκια». Δυστυχώς, ήταν κλειστό. Δυο γυναίκες  βρέθηκαν δίπλα μου και προφανώς ήταν συστημένες από μύστες του υπόγειου πως εδώ, «κάτι άλλο μαγειρεύει» ο κυρ Μήτσος και ήρθαν να γευτούν τα «σπιτικά» του μαγειρέματα. Τις ενημέρωσα  πως σ΄αυτό το υπόγειο, ο μύθος λέει, ότι ερχόταν ο Βάρναλης και πως εδώ εμπνεύστηκε το τραγούδι «Οι μοιραίοι». Με κοίταξαν χαζά. Δεν ήξεραν ούτε το τραγούδι ούτε τον Βάρναλη. Οι γεύσεις τις μάραναν... Αλλά, ούτε και ο Αλέξανδρος ο ακορντεονίστας το ήξερε. Άνθρωποι μιας άλλης κουλτούρας. 






Λίγα πιάτα, καλομαγειρεμένα, απαράλλαχτα, αυτό το φαγητό που κάποτε ονομαζόταν «ταβέρνας» αλλά σήμερα λες «σπιτικό»: φασολάδα, ρεβιθάδα, φάβα πικάντικη, σαρδέλες ψητές και ψάρια τηγανητά, πατάτες γιαχνί με σέλινο (όλα φτιαγμένα επί τόπου στον ίδιο μικροσκοπικό χώρο) με συνοδεία ρετσίνας απ’ τα βαρέλια. 


Ο Αλέξανδρος με το ακορντεόν του

Μεσημέρι στη Βαρβάκειο, γωνία Σωκράτους και Θεάτρου, στο υπόγειο ενός εγκαταλειμμένου νεοκλασικού με έντονη την εικόνα της παρακμής, όπως άλλωστε και όλη η γύρω περιοχή. Στο Δίπορτο, μια από τις πιο παλιές ταβέρνες που έχουν απομείνει στο κέντρο της Αθήνας, κόσμος ανεβοκατεβαίνει τα σκαλιά ψάχνοντας για τραπέζι. Δύσκολο τέτοια ώρα, πρέπει να περιμένεις αρκετά για να αδειάσει κάποιο - εκτός κι αν καθίσεις δίπλα σε κάποιον άγνωστο. Η τσίκνα και η κάπνα απ' τα τσιγάρα που γεμίζουν τον χώρο και το φως που διαχέεται μέσα από τις μόνιμα διάπλατα ανοιχτές πόρτες, τα απότομα σκαλιά και το σκηνικό που θα μπορούσε να είναι από ταινία του μεσοπολέμου σού φέρνουν στο μυαλό το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι. 
******************************************************************************
Ο αστικός μύθος που λέει ότι αυτή είναι η «υπόγεια ταβέρνα» στην οποία αναφέρεται ο Βάρναλης στους «Μοιραίους» του («Μες την υπόγεια την ταβέρνα / μες σε καπνούς και σε βρισιές / απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα / όλη η παρέα πίναμε εψές...») κάνει την ατμόσφαιρα ακόμα πιο μυστηριώδη. Ίσως και να ισχύει. Ξύλινα τραπέζια, καρέκλες και βαρέλια φθαρμένα από τα εκατόν τόσα χρόνια που βρίσκονται αμετακίνητα στο μαγαζί, χάλκινες κούπες κρασιού, ο μαρμάρινος νεροχύτης, το μαντεμένιο ντουλάπι και το ψυγείο Ιζόλα, η λαδόκολλα αντί για τραπεζομάντηλο και τα κομμάτια χαρτιού (και όχι χαρτοπετσέτες) που φτάνουν στα τραπέζια θα μπορούσαν να είναι η αντίσταση του κυρ-Μήτσου στην γκλαμουριά που επέβαλαν τα νέα εστιατόρια, η επέλαση της τρέντι ταβέρνας και του κακού φαγητού. Όλα εδώ μέσα έχουν μεγάλη δόση αυθεντικότητας, ο μαγαζάτορας επιμένει να είναι όλα στη θέση τους ακριβώς όπως τη δεκαετία του '50, που ανέλαβε τη διαχείριση (ακόμα κι αν χρειαστεί να πληρώνει πρόστιμα για το φθαρμένο πάτωμα και τον μαρμάρινο νεροχύτη ακριβώς μπροστά στην είσοδο). Κυρίως όμως το φαγητό. Λίγα πιάτα, καλομαγειρεμένα, απαράλλαχτα, αυτό το φαγητό που κάποτε ονομαζόταν «ταβέρνας» αλλά σήμερα λες «σπιτικό»: φασολάδα, ρεβιθάδα, φάβα πικάντικη, σαρδέλες ψητές και ψάρια τηγανητά, πατάτες γιαχνί με σέλινο (όλα φτιαγμένα επί τόπου, στον ίδιο μικροσκοπικό χώρο) με συνοδεία ρετσίνας απ' τα βαρέλια. Απλό, χορταστικό, τίμιο.
******************************************************************************
Στο Δίπορτο για πολλά χρόνια σύχναζαν αποκλειστικά οι εργαζόμενοι στη Βαρβάκειο, διανοούμενοι και καλλιτέχνες· με τα χρόνια όμως η ανθρωπογεωγραφία του μαγαζιού άλλαξε, οι οδηγοί όλου του κόσμου, που αναζητούσαν δόσεις παλιάς Αθήνας, έστειλαν τουρίστες και μοδάτες νεαρόφατσες που μπλέκονται με γκαλερίστες, τύπους με μαύρα πουκάμισα και τσιγκελωτά μουστάκια, αλλοδαπούς που πουλάνε λουλούδια, ηθοποιούς, κουστουμαρισμένους επιχειρηματίες που επιστρέφουν στο γραφείο ποτισμένοι απ' την τσίκνα. 

«Ήρθα επειδή μου το σύστησαν σαν original ταβέρνα», μας λέει μια νεαρή Νορβηγίδα που τρώει με τη φίλη της δίπλα σε δυο αγνώστούς της Κρητικούς - η έλλειψη χώρου προσφέρεται για γνωριμίες, αρκεί να μιλάς στοιχειώδη αγγλικά. «Είναι ακριβώς όπως μου την περιέγραφαν: εξωτική (!) και απίστευτη». Το ζευγάρι δίπλα μας λύνει τα προβλήματα των φίλων του μιλώντας έντονα. Έρχονται εδώ και πολλά χρόνια στο μαγαζί, «πάνω από είκοσι» μας λέει η κυρία που μένει στον Διόνυσο. «Το επισκέπτομαι ανελλιπώς κάθε φορά που κατεβαίνω στο κέντρο, βρίσκεις το φαγητό της μαμάς σου και της γιαγιάς σου, τρως γρήγορα και φτηνά». «Μου αρέσει το περιβάλλον που είναι ζεστό και χαλαρό», προσθέτει μια άλλη κυρία που ακούει τη συζήτηση, «δεν βρίσκεις εύκολα πια ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης, οικονομικής κατάστασης και ηλικίας στον ίδιο χώρο, τουλάχιστον σε εστιατόριο». Τρία νέα παιδιά που περιμένουν να βρεθεί θέση έρχονται εδώ «επειδή τρως φτηνά και υγιεινά, είναι χίλιες φορές προτιμότερα από φαστ φουντ»· «μας αρέσει και ο κόσμος», προσθέτει ο φίλος του, «είναι ωραίο να παρακολουθείς όλες αυτές τις φάτσες που συνθέτουν τον κοινωνικό ιστό της πόλης». Ο Ανέστης -η νέα γενιά του μαγαζιού, που ίσως είναι και ο επόμενος ιδιοκτήτης- πηγαινοέρχεται ασταμάτητα με πιάτα, κρασί και παγωμένο νερό και κλέβει χρόνο για να πλύνει ποτήρια στο μαρμάρινο νεροχύτη, ο μουσικός με το ακορντεόν παίρνει θέση ακριβώς μπροστά του και τραγουδάει Καζαντζίδη, η ευτραφής κοκκινομάλλα που μπαίνει φουριόζα τρίβει τον βασιλικό και το μαγαζί γεμίζει με ένα πιπεράτο άρωμα. Έχουμε αργήσει και περιμένουν ουρά οι πεινασμένοι για το τραπέζι μας, πληρώνουμε 30 ευρώ για τρία άτομα -περίπου όσο κάνει κι ένα πλήρες γεύμα σε φαστφουντάδικο- και ξαναβγαίνουμε στο φως... 
Πηγή: lifo.gr
Επιμέλεια κειμένων-Παρουσίαση: Χρήστος Ζουλιάτης