Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

«Την Άνοιξη αν δεν τη βρεις τη φτιάχνεις». Από το αστυνομικό ρεπορτάζ μιας άλλης εποχής.

«Την Άνοιξη αν δεν τη βρεις τη φτιάχνεις», έλεγε ο Ελύτης κι εγώ το προχώρησα παραπέρα: Και την εικόνα τη φτιάχνεις αν δεν είσαι εκεί, τη σωστή ώρα, στο σωστό μέρος. Έτσι κι έγινε. Εσείς βλέπετε ένα αυτοκίνητο την ώρα της έκρηξης. Και όμως, είναι μια εσκεμμένη παραπληροφόρηση, ως προς τη σύλληψη, γιατί ως προς την εφαρμογή της, τα πράγματα αλλάζουν. Αποκαλύπτεις και το δηλώνεις ότι είναι ένα τέχνασμα, για να φανεί ποια θα ήταν η εικόνα σε πραγματικό χρόνο. Το τέχνασμα δεν είναι προϊόν phoroshop, τότε δεν υπήρχε αυτή τεχνολογία αλλά, αποτέλεσμα φωτογραφικής τεχνικής την ώρα της λήψης.


20 Νοεμβρίου 1990, λοιπόν, Τρίτη πρωί, ώρα 9.30, έπεσε το τηλεφώνημα από δημοσιογράφο του «αστυνομικού» (ρεπορτάζ): «Ανατίναξαν το αυτοκίνητο του Βαρδινογιάννη. Τρέξε». Όϊ όϊ μάνα μου, προβλέπεται αίμα, κάτι που το ήθελαν οι εφημερίδες. Χωρίς αίμα, δεν έλεγε… Πήρα συντεταγμένες, καβαλάω τη μηχανή και τρέχω στη Νέα Ερυθραία, στην οδό Κ.Βάρναλη 37. Έφθασα σχετικά γρήγορα, καταργώντας, βεβαίως, όλο τον κ.ο.κ., και, την ατυχία μου, μόλις είχε φύγει ο Βαρδής Βαρδινογιάννης (φταίει που σταμάτησα σε δυο κόκκινα φανάρια), σώος και αβλαβής. Πριν, στις 9.17, είχε γίνει στόχος τρομοκρατικής επίθεσης με εκτόξευση τριών ρουκετών, κλεμμένες το 1989 από το στρατόπεδο του Συκουρίου (θυμάστε;). Τα πρώτα λόγια του Κρητικού επιχειρηματία ήταν «Μας την πέσανε. Ευτυχώς τη γλυτώσαμε» και αμέσως, σε συνομιλία που είχε με τον στενό φίλο του Αντώνη Λιβάνη (σιγά μη δεν ήταν φίλοι, τότε διευθυντή του πολιτικού γραφείου του Ανδρέα Παπανδρέου) είπε ψύχραιμα: «σούταρε πέναλτι ο Σαραβάκος και βρήκε το δοκάρι». Σώθηκε εξαιτίας του ειδικού θωρακισμένου αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε, κάτι που δεν είχαν υπολογίσει οι δράστες και στη μη συντονισμένη πυροδότηση της βόμβας που είχε τοποθετηθεί σε σταθμευμένο ΙΧ. Ένα ακόμα λάθος που έκαναν, ήταν που δεν υπολόγισαν πως, για να εκραγούν και οι ρουκέτες, χρειάζεται μια απόσταση περίπου είκοσι μέτρα, ενώ ο Βαρδής, πέρασε σχεδόν δίπλα από το παγιδευμένο αυτοκίνητο χωρίς να υποστεί ούτε τις συνέπειες της ωστικής δύναμης των εκρηκτικών. Την πλήρωσαν τα διπλανά αυτοκίνητα και το ... απέναντι σπίτι. Γυαλιά καρφιά.
Ο ίδιος, είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο να υπάρχουν ... πολιτικά κίνητρα στη δολοφονική επίθεση εναντίον του ενώ, είχε πει ότι, δεν ... γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους επεχείρησε να τον σκοτώσει η «17N».
Πάντως, στους αστυνομικούς κύκλους, είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση η χρησιμοποίηση τριών ρουκετών και μιας βόμβας, ενέργεια που «έδειχνε τη σιγουριά των μελών της ''17Ν''  στο στήσιμο τέτοιων, μεγάλου ρίσκου, επιχειρήσεων». 
Υπουργός Δημόσιας Τάξης ήταν ο Ιωάννης Βασιλειάδης, ο οποίος απλά, έκανε δηλώσεις, του στιλ «'τους ακουμπάμε», ενώ άμα ήταν ο Κλουζώ Χρυσοχοϊδης, θα τους είχε πιάσει επ΄ αυτοφώρω. Για την ιστορία, η «17Ν» εξαρθρώθηκε το 2002 εντελώς από τύχη, όταν συνελήφθη βαριά τραυματισμένος ο Σάββας Ξηρός έπειτα από πρόωρη έκρηξη του αυτοσχέδιου εκρηκτικού μηχανισμού που τοποθετούσε στα εκδοτήρια ακτοπλοϊκής εταιρίας στον Πειραιά. Πολύ απρόσεκτο αυτό το παιδί. Έχασε και δυο τρία δάχτυλα και κάτι έλειψε από την ομορφάδα του προσώπου του.
Ο Χριστόδουλος Ξηρός, το ευτραφές αδελφάκι, παραδέχτηκε πως συμμετείχε στην ενέργεια εκτόξευσης των τριών ρουκετών κατά του Βαρδινογιάννη, μαζί με τον Σάββα, τον «Λουκά» (λέγε με Κουφοντίνα) και τον «Χάρη» (πεστον Ηρακλή Κωστάρη). Τώρα, ποιος πάτησε το κομβίον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Σάββας ή ο «Λουκάς» δεν γνωρίζουμε.

Απολαύστε μια στιχομυθία από τη δίκη της οργάνωσης.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Η Πολιτική Αγωγή.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Τρεις ερωτήσεις θα κάνω μόνο: Κύριε Βαρδινογιάννη, αμέσως μετά την επίθεση είχατε δηλώσει ότι «σούταρε πέναλτι ο Σαραβάκος και βρήκε το δοκάρι».
Β. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ: Αυτό το είπα σ’ ένα φίλο μου, πού το ξέρετε εσείς;
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Το έγραψαν οι εφημερίδες. Με αυτή την έκφραση, δείχνατε καθαρά ότι αποδέχεστε τους κανόνες του παιχνιδιού και του πέναλτι, την οποία οι δημοσιογράφοι τη χαρακτηρίζουν την εσχάτη των ποινών μάλιστα. Δε νομίζω ότι είναι κάτι πιο φυσικό και το παραδέχεστε κι εσείς μ’ αυτή τη δήλωση, εσείς που είστε ένας από τους επιφανέστερους κεφαλαιοκράτες, ένας από τους επιφανέστερους καπιταλιστές της Ελλάδας…
Β. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ: (Μιλάει μακριά από το μικρόφωνο)
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: (Μιλάει μακριά από το μικρόφωνο)
Β. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ: (Μιλάει μακριά από το μικρόφωνο)
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Σας παρακαλώ κύριε, θα μου μιλάτε στον πληθυντικό όταν σας μιλάω. Δε θα μιλήσουμε αυτή τη γλώσσα που ξέρετε. Αν αυτή τη γλώσσα ξέρετε, εγώ δεν την ξέρω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ακούστε, αυτά, «αυτή τη γλώσσα που ξέρετε» κτλ. … σας παρακαλώ.
Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: «Σιγά τα λάχανα» σε υπερασπιστή κ. Πρόεδρε; Αν είναι δυνατόν!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κύριε Κουφοντίνα κάνετε την ερώτησή σας;
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Θα κάνω την ερώτηση. Απλώς εξερράγη η κα συνήγορος, γιατί δεν το ακούσατε εσείς, είπε «σιγά το μούτρο» για την κα Κούρτοβικ. Δείχνει πώς σέβεται τους θεσμούς ο κύριος αυτός. Τι λάχανα, τι μπρόκολα, τι μούτρο, για σας, για το λόγο σας είναι το ίδιο… Αυτό που θα ρωτήσω είναι: Με αυτή τη δήλωση αποδέχεται ως φυσικό αυτός ο οποίος αποτελεί έναν από τους επιφανέστερους κεφαλαιοκράτες της χώρας, να γίνει στόχος μιας αντικαπιταλιστικής Επαναστατικής Οργάνωσης. Αυτό δείχνει αυτή του η δήλωση.
Β. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, εγώ είπα ένα καλαμπούρι για να δώσω έναν καλαμπουρίστικο τόνο στην επίθεση που μου έγινε και το είπα τηλεφωνικά σ’ ένα φίλο μου, στον Αντώνη Λιβάνη, να πω και σε ποιον το είπα. Και δε δείχνει τίποτα. Ούτε παραδέχομαι ποτέ ότι αυτοί οι κύριοι που δικάζονται τώρα εδώ πέρα είχαν δικαίωμα να αντλήσουν από τους εαυτούς τους να κάνουν αυτά τα οποία έκαναν, τους θανάτους που έκαναν. Εγώ τη γλίτωσα, αλλά δεν τη γλίτωσαν οι άλλοι, ούτε ο Μπακογιάννης ούτε οι άλλοι τη γλίτωσαν. Άλλη ερώτηση έχετε;
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Άλλες δύο έχω. Δηλώσατε και εδώ, δηλώσατε και στην πρώτη δίκη, ότι «εγώ δύο χρόνια την ερεύνησα την υπόθεση με δικά μου μέσα. Έφερα ξένους εδώ αλλά δεν είχα κανένα αποτέλεσμα. Έψαχνα να τους βρω, δεν τους βρήκα. Ήμουν άτυχος εγώ για να τους βρω και τυχεροί αυτοί που δεν τους βρήκα». Θα ήθελα να μου πείτε πρώτα πρώτα, τι είναι αυτοί οι ξένοι ειδικοί που φέρατε. Ανήκαν σε κανένα ευαγές ίδρυμα, σε κανένα συνδικάτο; Τι ήταν αυτοί οι ειδικοί τέλος πάντων;
Β. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ: Δεν απαντώ σε τέτοιες ερωτήσεις εγώ.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Μάλιστα. Λέτε μετά ότι «ήταν τυχεροί που δεν τους βρήκα». Τι τύχη θα είχαν δηλαδή αυτοί; Μήπως θα είχαν την τύχη του νεαρού σοσιαλιστή Κοινοτάρχη Γιάννη Κουτσάκη που δολοφονήθηκε γκαγκστερικά; Αυτή την τύχη θα είχαμε;
Β. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ: Δεν ξέρω τι σχέση έχει το ένα με το άλλο.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Θα τα καταθέσουμε αυτά.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Παρακαλώ μην απαντάτε. Άλλη ερώτηση.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Γνωρίζετε το Γιώργο Λευκαδίτη και το Νίκο Σταματιάδη;
Β. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ: Δε θυμάμαι.
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Δε μπορεί να μη τους θυμάστε. Ήταν δύο από τους εργάτες, ο ένας μάλιστα πατέρας δύο ανήλικων παιδιών που δολοφονήθηκαν στο γκαζάδικό σας, επειδή για να κερδίσετε λεφτά δεν είχατε κάνει τον καθαρισμό του χώρου. Και δολοφονήσατε δυο εργάτες, μαυροφορεθήκανε δυο οικογένειες στο βωμό των κερδών σας.
Β. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, πώς του δίνετε το δικαίωμα να μιλάει έτσι; Πώς του επιτρέπετε αυτού του αλήτη να μιλάει έτσι;
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Δε δολοφονήθηκαν; Δεν είναι γεγονός ότι δολοφονήθηκαν δυο εργάτες για να κερδίσει μερικές ψωροδεκάρες ο κ. Βαρδινογιάννης;
Α. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ: Εσείς δολοφονούσατε, οι άλλοι δε δολοφονούσαν. Εσείς είστε οι δολοφόνοι, κανένας άλλος! Κι όχι η Αριστερά την οποία επικαλείστε! Η Αριστερά δε δολοφονούσε έτσι!
Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, 4 μήνες φάγανε για το ΣΑΜΙΝΑ, 82 πνίξανε! Αυτή είναι η αξία της ανθρώπινης ζωής!

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Διακόπτουμε για λίγη ώρα.

Κι εκείνοι ζήσανε καλά κι εμείς, τι να σου πω τώρα, το ψάχνω ακόμα...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου