Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Νίκος Σκαλκώτας/Ξεχασμένος, παρεξηγημένος και απομονωμένος, ήταν ένας απλός βιολιστής, όσο ζούσε.

Νίκος Σκαλκώτας / Βιογραφία (8/3/1904-19/9/1949)

Γεννημένος στη Χαλκίδα τον Μάρτιο του 1904, ο Σκαλκώτας είχε την τύχη η οικογένειά του να αποτελείται από αυτοδίδακτους μουσικούς (ο πατέρας του Αλέκος και ο θείος του Κώστας συμμετείχαν στην Αντώνειο Φιλαρμονική και ήταν εκείνοι που του έδωσαν τα πρώτα μαθήματα).

Από την Αθήνα, όπου ως παιδί-θαύμα του βιολιού σπούδασε στο Ωδείο και αποφοίτησε με βραβείο Συγγρού, βρέθηκε στα 17 του, με υποτροφία Αβέρωφ, στο Βερολίνο, το μουσικό σταυροδρόμι της εποχής, και φοίτησε δίπλα στον Φίλιπ Γιάρναχ, στον Αρνολντ Σένμπεργκ (ο οποίος και τον ξεχωρίζει στους δέκα καλύτερους μαθητές του, στο σύγγραμμά του «Style and Ιdea») και αργότερα στον Κουρτ Βάιλ και στον Φερούτσιο Μπουζόνι. Εκεί άφησε την καριέρα τού βιολονίστα και άρχισε να συνθέτει τα μεγάλα έργα του (από τα πρώτα καταγραμμένα είναι και η ενορχήστρωση της «Κρητικής γιορτής» του Δημήτρη Μητρόπουλου), ενώ στο μεταξύ έχει πάρει και υποτροφία από τον Εμμανουήλ Μπενάκη.Την περίοδο 1929-30 θα πρέπει να τοποθετηθεί ο γάμος του με τη Ματθίλδη Τέμκο, από την οποία αποκτά μια κόρη, την Αρτεμη.

Το 1931 διακόπτεται η υποτροφία του και αρχίζουν τα
οικονομικά προβλήματα. Διακόπτει τα μαθήματα με τον Σάινμπεργκ. Σταματάει τη σύνθεση ενώ ο χαρακτήρας του αλλάζει, γίνεται εσωστρεφής. Το Μάιο του 1933 εγκαταλείπει αιφνίδια το Βερολίνο και επιστρέφει στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω του τα πάντα, μαζί και όλη του τη μουσική.
Τον ίδιο μήνα, μπροστά στο φάσμα του ανερχόμενου Ναζισμού, εγκαταλείπει το Βερολίνο και ο Σάινμπεργκ. Επιστρέφοντας στην Αθήνα εμφανίζεται ως διευθυντής ορχήστρας, παρουσιάζοντας και έργα δικά του. Δέχεται όμως κακές κριτικές. Αρχίζει να δουλεύει ως βιολιστής στις ορχήστρες της Αθήνας (Κρατικής, Ραδιοφωνίας, Λυρικής Σκηνής). Αντιμετωπίζει προβλήματα οικονομικά και υγείας. Ενώ με την αγαπημένη του σύνθεση ασχολείται τις ελεύθερες ώρες του, ιδίως το βράδυ.
Σε ηλικία 36 ετών συγγράφει την «Τεχνική της ενορχηστρώσεως». Σε ηλικία 42 ετών παντρεύεται τη Μαρία Παγκαλή, ενώ μετά από ένα χρόνο γεννιέται ο γιος του Αλέκος.

Πεθαίνει σε ηλικία 45 ετών, στις 19 Σεπτεμβρίου από περίσφιξη κήλης. Έχει γράψει: έργα για σόλο πιάνο και δύο πιάνα, κονσέρτα για πιάνο και δύο πιάνα, έργα για βιολί και πιάνο, έργα για βιολοντσέλο και πιάνο, μουσική δωματίου με πιάνο, κονσέρτα συνοδεία πιάνου, αναγωγές από ορχήστρα για πιάνο, τραγούδι με πιάνο, χορωδία με πιάνο, διάφορα σόλο όργανα, μουσική δωματίου χωρίς πιάνο, ορχηστρικά έργα, ορχήστρα-φωνές, χορωδία ακαπέλα, φωνές με άλλα όργανα.

Η δύσκολη κατάσταση οδηγούσε τον Σκαλκώτα να επινοήσει κάτι τελείως καινούριο, τελείως δικό του. Η αποστολή τούτη δεν έμοιαζε εύκολη. Ετσι, στα χρόνια της τετραετίας 1927-1931 που μαθήτευε δίπλα στον Schonberg, μ' όλο το σεβασμό, αναπτύχθηκε μέσα του μια αμφιβολία, ιδίως για την αρμονική υπόσταση του δωδεκάφθογγου συστήματος. Η αμφιβολία επιτάθηκε στην επόμενη, «κενή» τετραετία (1931-35) αναμονής και εξερεύνησης, παίρνοντας σαφώς τις διαστάσεις μιας μεγάλης κι αγεφύρωτης εσωτερικής κρίσης. Η υπερνίκηση της κρίσης έγινε βαθμιαία. Οταν, στα μέσα του 1935, έστηνε το καινούριο σύστημά του, με πολύ ενθουσιασμό και χαρά, διατηρούσε ακόμη αρκετές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητά του ιδίως στην αρμονική του: θα χρειαστεί να περάσει άλλη μια -τρίτη- τετραετία (1935-39) για να στερεωθεί πλήρως το νέο σύστημα και να καρποφορήσει πέρα για πέρα.

Η μεγάλη ανακάλυψη του Νίκου Σκαλκώτα είναι, λοιπόν, η αποτελεσματική (συχνά «μαγική», χρήση της «ευφωνίας». Κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Κάθε τυχαίο διάφωνο διάστημα δεν είναι κατάλληλο για «ευφωνική» χρήση: η επιλογή πρέπει να γίνει σωστά και απαιτητικά, πράγμα συνήθως δυσκολότατο, που όμως διευκολύνεται από την ασυνήθιστη εσωτερική ακοή και ηχητική φαντασία του Σκαλκώτα.
Δεν είναι μόνο η χρήση δημοτικών στοιχείων, κατά αναγνωρίσιμο τρόπο, που στηρίζει την ελληνικότητα του Νίκου Σκαλκώτα. Είναι μια πιο γενικευμένη, διάχυτη «ροή», μέσα σ' όλο του το έργο, ιδίως το ατονικό (δωδεκάφθογγο ή μη δωδεκάφθογγο), όσο κι αν τούτο μοιάζει παράξενο, που τον συνδέει με στοιχεία του Νότου της Ευρώπης, της Μεσογείου, των Βαλκανίων, της Ελλάδας φυσικά, και ακόμη της Εγγύς και Μέσης Ανατολής.

Τα στοιχεία τούτα είναι, πρώτιστα, μια ολόθερμη, διαχυτική σχεδόν αγάπη για τον ήχο αυτόν καθ' εαυτόν, καλώντας τον ακροατή και τον μελετητή του έργου του ν' απολαύσει, ελεύθερα, άνετα κι αισθησιακά, την ομορφιά και την πληρότητα του ηχητικού φαινομένου. Είναι ακόμη η ευφωνία των ηχητικών συνδυασμών (π.χ. συγχορδιών). Και τα δύο αυτά στοιχεία ενέχουν μια προσέγγιση περιβαλλοντική στον γύρω μας φυσικό κόσμο, ζωικό, φυτικό, υδρολογικό, ανεμολογικό, μετεωρολογικό κ.ά. Παρέχουν δηλαδή μιαν υλική υπόσταση στο ηχητικό φαινόμενο, στο άλλο άκρο από την αφηρημένη προσέγγιση του Βορρά, όπως τόνισαν πολλές ξένες κριτικές: «Αγάπη του Νότου που τραγουδά, σ' αντίθεση με την αφαίρεση του Βορρά», έγραψαν. Και ναι μεν κι η «αφηρημένη» πλευρά συνυπάρχει στο έργο του Σκαλκώτα (π.χ. «μαθηματικοποίηση» προς πολλές κατευθύνσεις, τόσο βασική, ή χρήση πολυσύνθετων μορφικών σχημάτων, κ.λπ.), αλλά ποτέ δεν ξεχνιέται η υλική, αισθησιακή υπόσταση των ηχητικών στοιχείων, πάνω στα οποία στηρίζεται κι η μαγεία του.

Μια τελείως άλλη πλευρά της «ελληνικότητας» του Νίκου Σκαλκώτα αφορά τις πιο γενικές αξίες που χαρακτηρίζουν, εδώ και πολλές (ίσως εννέα) χιλιετίες, την τέχνη που προέκυψε σ' αυτόν τον τόπο με γνωστότερα στοιχεία: μέτρο, σωστές αναλογίες, ενάργεια περιγραμμάτων, συγκράτηση, αποφυγή του ανεξέλεγκτα γιγαντιαίου, αίσθηση του συνόλου βασισμένη στην ανάλυση της λεπτομέρειας, κομψότητα στη διατύπωση του ουσιώδους, και τόσα άλλα θαυμαστά γνωρίσματα, «ειδοποιούς διαφορές» αυτού που αποκαλούμε «κλασικισμό».

Από την άλλη μεριά, μια διαφορετική κατηγορία από «αρετές» που απορρέουν από το είδος του περιβάλλοντος που αναπνέουμε στον ευλογημένο από τη φύση αυτόν τόπο: το φως του, τον ήλιο του, την πολυχρωμία του, τον αγνό αέρα του -έστω κι ανεμώδη ή θυελλώδη- τους κοφτερούς, άγριους βράχους του, τα πανταχού παρόντα βουνά του, τις μαγευτικές θάλασσες (που, κατά τους ειδικούς, περιέχουν «τα ωραιότερα χρώματα έμβιων όντων» από κάθε άλλη περιοχή του πλανήτη), τις ασύγκριτες παραλίες, τις 8.000 θαυμαστές σπηλιές, τα 8.000 είδη αγριολούλουδα και τόσες άλλες φυσικές μοναδικότητες του τόπου τούτου. Τις μοναδικότητες αυτές τις εισπνέουμε, διαποτίζουν όλες τις αισθήσεις μας, μας αγκαλιάζουν και μας αιχμαλωτίζουν, μαγεύουν το πνεύμα μας, τη συνείδησή μας, τη συμπεριφορά μας, όμοια σ' όλες τις χιλιετίες. Από την αρχή της Νεολιθικής εποχής, όλα αυτά ελάχιστα άλλαξαν στο ελληνικό περιβάλλον. Εγιναν, έτσι, τόσο αυτονόητα, που ξεχνούμε την παρουσία τους. Κι όμως διαποτίζουν το έργο κάθε γνήσιου Ελληνα: από τον Θεόφιλο ή τον Παναγιώτη Ζωγράφο, ώς τον δημιουργό ενός μεταβυζαντινού ξωκλησιού, ενός νησιώτικου χωριού, ώς τα ακόμη πιο υψιπετή Ζαγοροχώρια (ή χωριά του Πηλίου, της Δ. Μακεδονίας, κ.λπ.), όπου η μαγική ένωση ανθρώπινου δημιουργήματος με τη γύρω υπερβατική φύση, κάθε τι που βγαίνει από το χέρι ενός γνήσιου λαϊκού τεχνίτη - αρχιτεκτόνημα, τεχνικό έργο, ζωγραφιά, δημοτικό τραγούδι, δημοτικός χορός, ανάγλυφα, γλυπτά, φορεσιές, κεντήματα, κεραμικά, έπιπλα, ακόμη κι αυλές, πλακόστρωτα, κήποι, λιμανάκια, δρομάκια, αλλά και μεγαλύτερα «λαϊκά πολεοδομικά σύνολα»- αποπνέουν τον ίδιο αέρα, το ίδιο φως, τον ίδιο ζωοποιό ήλιο, στην ελληνικότατη διατύπωσή τους.
Την αίσθηση τούτη την είχε, μύχια αλλά σθεναρά, πέρα για πέρα ο Νίκος Σκαλκώτας, την αίσθηση της προέλευσης από τον μαγικό τούτο τόπο, μ' όλες τις υπερβατικότητες μέσα στα πλαίσια του κλασικού, που τροφοδότησε τόσα εκπληκτικά ανθρώπινα δημιουργήματα εδώ, επί εννιά χιλιετίες, σ' αντίθεση με μία μόνον χιλιετία της Δυτικής Ευρώπης, που τόσο τη θαυμάζουμε (δίκαια βέβαια) και πάμε να τη μιμηθούμε (αδέξια κι άδικα, εις βάρος της κορυφαίας και τόσο μονιμότερης ελληνικότητάς μας).
Ο Σκαλκώτας παραμένει γνήσιο τέκνο της πνευματικής Ελλάδας, όχι μόνο μέσω της δημοτικής μουσικής της, που τόσο τη λάτρευε, αλλά και σαν έκφραση ενός μοναδικού πνευματικού και πολιτισμικού κόσμου σε μια μικρή μεν, αλλά περιβαλλοντικά θαυματουργή περιοχή του πλανήτη. 
Πηγή: mygreek

''Ο Νίκος Σκαλκώτας στο Βερολίνο 1921-1933''
Νίκος Σκαλκώτας με τον Εμμανουήλ Μπενάκη στο Koblenz


Οι πρόβες είχαν εδώ και ώρα τελειώσει. Οι διάδρομοι του κτηρίου είχαν πλέον σιγήσει από τον αντίλαλο των συνομιλιών των μουσικών που εγκατέλειπαν βιαστικά τον χώρο εργασίας τους μετά από μια κουραστική μέρα. Ώσπου, μετά από λίγη ώρα, ένας λεπτοκαμωμένος καλοντυμένος κύριος, κρατώντας στα χέρια του ένα βιολί, εμφανίστηκε να βγαίνει από την κεντρική είσοδο. Άρχισε να διασχίζει τη μεγάλη, περίπου τετράγωνη αυλή, με κατεύθυνση την εξωτερική καγκελόπορτα που έβγαζε στην Ακαδημίας. Εντελώς συμπτωματικά, εκείνη τη στιγμή, ένας άλλος άνδρας βημάτιζε στην ακριβώς αντίθετη φορά, κατευθυνόμενος δηλαδή προς την είσοδο του κτηρίου. Αναγκαστικά, οι πορείες των δύο ανδρών συναντήθηκαν κάπου στη μέση της αυλής. - Καλημέρα Μαέστρο!  χαιρέτισε ο βιολιστής, κάνοντας ταυτόχρονα μια βαθιά, ευγενική υπόκλιση. Ο άλλος, με ένα υπεροπτικό ύφος περιφρόνησης, έστρεψε το κεφάλι προς την άλλη μεριά, θέλοντας να αποφύγει την ανταπόδοση του χαιρετισμού και προσπέρασε αμίλητος.
Η μικρή αυτή σκηνή, που διαδραματίστηκε στο προαύλιο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '30, αποδίδει παραστατικά την περιφρόνηση που βίωνε καθημερινά από τον καλλιτεχνικό περίγυρό του, ένας από τους μεγαλύτερους μουσικούς συνθέτες που ανέδειξε η χώρα. Ο Νίκος Σκαλκώτας, μετά την επιστροφή στη πατρίδα, κουβαλώντας μαζί του λαμπρά εφόδια σπουδών και δημιουργίας με επιφανείς δασκάλους στην Ακαδημία των Τεχνών του Βερολίνου, έμελλε να περάσει τα τελευταία χρόνια του σύντομου βίου του, ξεχασμένος, παρεξηγημένος και απομονωμένος, ως απλός βιολιστής των πίσω σειρών σε διάφορες συμφωνικές ορχήστρες της Αθήνας. Το άστρο της δημιουργίας του όμως θα λάμψει στο παγκόσμιο στερέωμα αργότερα, πολλά χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του.
Συνέχεια στο αφιέρωμα ΕΔΩ
Δισκογραφική αναδρομή ΕΔΩ

Νίκος Σκαλκώτας (από Musipedia)
Ο μέγιστος των Ελλήνων συνθετών με τεράστιο σε ποσότητα και ποιότητα έργο, που όσο εκείνος βρισκόταν στη ζωή έμεινε παραγνωρισμένο και ανεκτέλεστο, παρότι συμπύκνωνε ιδανικά αφ’ ενός τόσο την ελληνική «Εθνική Σχολή» («Τριανταέξη Ελληνικοί Χοροί») όσο και την «Τονική μουσική» («Κλασική Συμφωνία») αφ’ ετέρου ολόκληρη την παγκόσμια Σύγχρονη μουσική της εποχής του (ώς τις πιο ακραίες και πρωτοποριακές συλλήψεις της). Επίσης, διακεκριμένος βιολιστής με ύψιστες ελληνικές και διεθνείς περγαμηνές, που ατυχώς ποτέ δεν βρήκε τη θέση που του άρμοζε στην καλλιτεχνική ιεραρχία της εγκληματικά αμέριμνης πατρίδας του και έτσι επί 16 συναπτά έτη, από το 1933 ώς τον απίστευτο θάνατό του στις 20 Σεπτεμβρίου 1949 (από περίσφιξη κήλης που παραμελήθηκε) μετείχε για λόγους βιοπορισμού στις τότε αθηναϊκές συμφωνικές ορχήστρες, ως βιολιστής «της σειράς»...
Ανήκοντας στους πραγματικά σπουδαίους της Ανθρωπότητας («ωραίος σαν Έλληνας») πήγαινε αθόρυβα και καθόταν πάντα στο τελευταίο αναλόγιο των ορχηστρών που εργαζόταν (στην ΚΟΑ, αλλά και στις ΣΟ του ΕΙΡ και της ΕΛΣ) παραδίδοντας αλυσιτελή μαθήματα σεμνότητας, αξιοπρέπειας και συναδελφικότητας, αυτός που κανένας Έλληνας μουσικός δεν μπορούσε να τον συναγωνιστεί, γιατί εκτός από βιολί έπαιζε και εξαίρετο πιάνο και διέθετε--σημειωτέον--τις σπάνιες ικανότητες της απόλυτης ακοής και της φωτογραφικής μνήμης (διηγούνται ότι μπορούσε να γράψει κάθε στιγμή όλα του τα έργα από μνήμης...). 

Τον Οκτώβριο του 1949 ο Μίνως Δούνιας έγραψε «post mortem» τα εξής: «Ποιας μορφής ήταν η πνευματική σύγκρουση που έζησε ο Σκαλκώτας όταν επέστρεψε στα 1933 στη Μητέρα Ελλάδα, δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω. Όταν τον ξανασυνάντησα εδώ στας Αθήνας, έπειτα από τριετή χωρισμό, βρέθηκα προ ενός ανθρώπου ψυχικά τραυματισμένου ανεπανόρθωτα, παραγκωνισμένου, υποχρεωμένου να ζη κάτω από τη σκιά μικρών ταλέντων και την πίεση μιας βιοπάλης σκληρής και αδυσώπητης. Θαυμάζει κανείς πως αυτός ο καλλιτέχνης, που γνώρισε τόσες τιμές στο μεγαλύτερο ίσως τότε μουσικό κέντρο της Ευρώπης, εδώ, στον μικρό τόπο που τον γέννησε, βρέθηκε ξαφνικά στο περιθώριο. Όσο κι αν παραδεχθούμε ότι η επαναστατική τεχνοτροπία του Schoenberg, που ακολουθούσε σε γενικές γραμμές ο Σκαλκώτας, ήταν ίσως ξένη προς την ελληνική ιδιοσυγκρασία, παραμένει εκπληκτικό το γεγονός ότι οι μουσικοί ηγέται και τα καλλιτεχνικά ιδρύματα του τόπου μας τόσο λίγο ενδιαφέρθηκαν να προσφέρουν πνευματική υποστήριξη, θετική, ουσιαστική βοήθεια σ' ένα ταλέντο τόσο ιδιότυπο, το σπανιώτερο ίσως που έχει αναδείξει ως τώρα ο τόπος μας. Ο ίδιος δεν ανήκε στην τάξη των επιτηδείων, ούτε εκείνων που κατέρχονται στον αγώνα με το σπαθί στο χέρι. Δεν επολέμησε για την επιβολή της τέχνης του. Από την πρώτη επαφή με την ελληνική καλλιτεχνική πραγματικότητα, έπειτα από την πρώτη αντίδραση του παγερού περιβάλλοντος, εγκατέλειψε αποκαρδιωμένος τον αγώνα και κλείστηκε στον εσωτερικό του κόσμο, μακριά από κάθε μάταιη επιδίωξη. Ωστόσο δεν έτρεφε κακία για κανένα. Ποτέ μου δεν τον άκουσα να επικρίνη συναδέλφους του, αντίθετα για όλους, και τους πιο ασήμαντους ακόμη, είχε να πη έναν καλό λόγο»

Σκαλκώτας και Τσιτσάνης
Ο Σκαλκώτας χρησιµοποιεί τη µελωδία του Τσιτσάνη ως «λαϊκό τραγούδι», το οποίο εκθέτει, συµπληρωµένο από µορφολογική άποψη (η αυθεντική µελωδία του Τσιτσάνη είναι πολύ πιο απλή και λιγότερο χρωµατική από το θέµα που ακούγεται στο έργο), και στη συνέχεια στήνει πάνω του µια σειρά ονειρικές και εξώκοσµες παραλλαγές. Το µέρος αυτό συγκεντρώνει το συναισθηµατικό κέντρο βάρους του κοντσέρτου, και είναι µια από τις πιο όµορφες µουσικές που έχει γράψει ο συνθέτης.
Ενδιαφέρον άρθρο-Διαβάστε ΕΔΩ




"Η Τράτα" του Νίκου Σκαλκώτα
από το Λαϊκό μπαλέτο "Η Θάλασσα"
Μεταγραφή για πιάνο.
Παίζει πιάνο η Άννα Αλεξοπούλου
Το πιανιστικό αυτό απόσπασμα είναι από το έργο "Η επιστροφή του Οδυσσέα", ένα ντοκιμαντέρ γύρω από την έρευνα μιας σύγχρονης Ελληνίδας μουσικού, σοπράνο και πιανίστα, της Άννας Αλεξοπούλου, με θέμα τη ζωή και το έργο του μεγάλου Έλληνα συνθέτη Νίκου Σκαλκώτα.
Σκηνοθεσία: Κωστής Αλεφάντης
Παραγωγή: ΑΙΓΙΣ
++++++++++++++++
++++++++++++++++*********************

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου