Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Λέων Αυδής / Ένας αλλά Λέων, με ξεκάθαρη ταξική συνείδηση.

Ένας αλλά Λέων. Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ, επισημαίνοντας πως η φράση αυτή, είναι αρκετή για να εκφράσει το μέγεθος ενός διανοούμενου αγωνιστή, που έτυχε να τον γνωρίσω από κοντά στις δημοτικές εκλογές του 1994, όταν ήταν υποψήφιος για τη Δημαρχία της Αθήνας με την παράταξη που στήριζε το ΚΚΕ. Είχε κυριολεκτικά οργώσει τις υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας για να έρθει σε επαφή με τις αδικημένες μάζες και να εξηγήσει, πως τους πρέπει μια καλύτερη ζωή. Και εκεί που ήταν καταπονημένος από κάποια περιοδεία, μας έλεγε «πάμε να πιούμε ένα ούζο στην κρεταγορά» για να βρεθεί μέσα σε κόσμο. Καλοσυνάτος, προσφιλής και δημοφιλής, όλοι τον ήξεραν και τον χαιρετούσαν με σεβασμό και εκτίμηση. Έτσι, μου δόθηκε να ζήσω από κοντά τη σεμνότητα, το ήθος, την ειλικρίνεια και την αρχοντιά του Κερκυραίου αριστοκράτη, που έβλεπε τη ζωή από ξεκάθαρη ταξική σκοπιά, μέχρι που «έφυγε» απ΄τη ζωή το 2000, στα 63 του χρόνια. Η κηδεία του Λέων Αυδή (δεν ήθελε γενική στο όνομά του) ήταν η πρώτη πολιτική κηδεία που έγινε στη χώρα μας και έγινε σύμφωνα με την δική του επιθυμία.


Θέλω, όμως, να παρουσιάσω τις εξαιρετικές προσεγγίσεις φίλων που τον έζησαν από κοντά.
Ο Θόδωρος Θεοδωρόπουλος, επιστήθιος φίλος του Αυδή, βγαλμένος κι αυτός από την ίδια στόφα, τον είχε περιγράψει με τρόπο συμπυκνωμένο και ακριβή: «Η ζωή του Αυδή, είναι ένας φάρος. Ένα μέτρο σύγκρισης. Μια ώθηση κι ένα ερέθισμα για ποιοτική άνοδο. Μια πρόταση για την καθημερινή λειτουργία του ανθρώπου, για την οργάνωση μιας άλλης κοινωνίας ''για την καινούρια γέννα, που όλο την περιμένουμε και όλο κινάει για να ‘ρθει κι όλο συντρίμμια γίνεται στο γύρισμα των κύκλων'' όπως λέει ο ποιητής».
Ο Νίκος Μπογιόπουλος γράφει στον Ημεροδρόμο:
«Μόλις συναντούσες τον Αυδή, καταλάβαινες τι σημαίνει να προηγείται του προσώπου ο μύθος του. Είχα ακούσει για τον Λέων, τον εξόριστο από την απριλιανή χούντα στη Σίκινο. Είχα μάθει για τον διαπρεπή αντιπρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας, τον βαθύ γνώστη του εργατικού δικαίου που ζούσε στο ταπεινό Γουδή και έδιωχνε δουλειές εκατομμυρίων από το δικηγορικό του γραφείο όταν του ζητούσαν να ασκήσει την επιστήμη του εναντίον των εργαζόμενων...
Συχνά τον συναντούσα στο κέντρο της πόλης, κατά το μεσημέρι, να περιμένει το λεωφορείο στη στάση εκεί χαμηλά στη Σόλωνος. Άλλοτε, χωρίς εκείνος να με έχει δει, τον παρακολουθούσα να κινείται, πάντα με τα πόδια, να περπατά στην πόλη του, στην Αθήνα. Σε κάθε βήμα του, όλο και κάποιος να τον χαιρετά, να τον σταματούν, να του μιλούν. Κουβέντες ανθρώπινες. Ήταν ''ένα'' με τους ανθρώπους της πόλης του, της Αθήνας, ο Λέων. Τους ήξερε. Και κείνοι τον ήξεραν. Ήτανε δικός τους».
Ο Θανάσης Κάππος σε άρθρο του, χρησιμοποιεί στίχους του Τάσου Λειβαδίτη: «Γιατί απλά κάποιοι άνθρωποι είναι τόσο πολύ ξεχωριστοί που αξίζει να ζεις, μόνο και μόνο για να τους συναντήσεις κάποτε. Έξοχη περιγραφή του Τάσου Λειβαδίτη για ‘κείνους τους ανθρώπους που στο πέρασμα τους από τη ζωή άφησαν βαθιά χαραγμένο το στίγμα και τη σφραγίδα τους».
Οι "γειτονιές του κόσμου" του Γιάννη Ρίτσου, θα μπορούσε να είχε γραφτεί για τον Λέων Αυδή:
«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις,
να ‘ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις...
Να λείπεις – δεν είναι τίποτα να λείπεις˙
αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θάσαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα 
που γι' αυτά έχεις λείψει,
θάσαι για πάντα 
μέσα σ' όλο τον κόσμο».
(Μακρόνησος, Άι-Στράτης 1949-1951)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου