Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: Η μ@λ@κία κουφαίνει τον Γεράσιμο Γιακουμάτο που απεφάνθη πως «η ομοφυλοφιλία είναι κολλητική αρρώστια».


Νίκος Μπογιόπουλος: Ο Γιακουμάτος, πριν ανασκευάσει, (ΕΔΩ), απεφάνθη ως «ειδικός παθολόγος», ότι η ομοφυλοφιλία είναι «κολλητική αρρώστια» (ΕΔΩ)
Άλλος γιατρός που ρώτησα με διαβεβαίωσε ότι η μ@λ@κία, ευτυχώς, όχι (μόνο κουφαίνει λίγο)...


Το παρακάτω κείμενο είναι σχόλιο του Ν.Μπογιόπουλου από τη σελίδα του στο facebook (ΕΔΩ)

Παρακολουθώ την συζήτηση κάτω από την ανάρτηση και ειλικρινά απορώ. Μα είναι δυνατόν να παριστάνει τον «αντικαπιταλισμό» η ομοφοβία; Είναι δυνατόν να συγχέεται ο τρόπος που το σύστημα - κάθε εκμεταλλευτικό σύστημα - διαμορφώνει «πρότυπα» και «καλούπια», είναι δυνατόν να συγχέονται η τακτική και τα μέσα με τα οποία το σύστημα διαμορφώνει συνειδήσεις και συμπεριφορές (που φαντάζουν ελεύθερες αλλά αποτελούν «ανεπαισθήτως» προϊόν  άνωθεν καταναγκασμού), με το αν ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα ελεύθερα να διαχειρίζεται την ύπαρξή του, άρα και το σώμα του; 

Αν υπάρχει λογική στο σχήμα που λέει ότι η ομοφυλοφιλία είναι μια «καπιταλιστικά κολλητική αρρώστια» τότε τίθεται το ερώτημα: Όταν το καπιταλιστικό ρουλεμάν του θεάματος διαφημίζει την εικόνα του «ματσό» άντρα, του σατράπη άντρα και του «γαμάω» άντρα όταν ο καπιταλισμός διαφημίζει και προωθεί ταγούς - άντρακλες σαν τον Γιακουμάτο ή τον Τραμπ, τότε παύει να είναι καπιταλισμός; Ο Γιακουμάτος, όταν λέει αυτά που λέει και με τον τρόπο που τα λέει, κάνει «αντικαπιταλιστική» προπαγάνδα; Θα τρελαθούμε;;;!!! 

Το θέμα μας δεν είναι να «καταργήσουμε» (!) την ομοφυλοφιλία στο όνομα της ανατροπής του καπιταλισμού. Αν ήταν έτσι, ένεκα της υπεροχής αριθμητικά των ετεροφυλοφίλων, θα είχε καταργηθεί ο καπιταλισμός από καιρό. Το θέμα μας είναι να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό για να καταργήσουμε την δυνατότητα των μηχανισμών του να επενεργούν καταναγκαστικά, εκβιαστικά πάνω στις ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες. Να καταργήσουμε τον καπιταλισμό, να τον ανατρέψουμε, για να μην μπορεί να αλλοτριώνει συνειδήσεις, εκμεταλλευόμενος τις ανάγκες και τις επιθυμίες των ανθρώπων. Των σεξουαλικών συμπεριλαμβανομένων. 

Επίσης- και απευθύνομαι προς ορισμένους που δείχνουν να έχουν μπερδέψει την βούρτσα με την βούρτσα: Οι κομμουνιστές οραματίζονται μια κοινωνία όπου «η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων». Και αυτή η ελευθερία δεν αφήνει απέξω τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Και το κρίσιμο εδώ δεν είναι η τάδε ή η δείνα σεξουαλική επιλογή. Αλλά η-μεταξύ έλλογων ανθρώπων-πραγματικά ΕΛΕΥΘΕΡΗ (χωρίς «παροτρύνσεις», επηρεασμούς, προτροπές, άνωθεν εγκρίσεις και προεγκρίσεις) επιλογή της. Μεταξύ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ανθρώπων! 

Η εξασφάλιση, δε, αυτής της ελευθερίας δεν εξαρτάται από το πόσους αφορά η άσκησή της. Και έναν να αφορά, η ελευθερία του/της είναι αδιαπραγμάτευτη. Το πως και το αν θα την ασκήσει, μέσα σε κοινωνικά πλαίσια που ορίζουν ότι η ελευθερία του ενός συνιστά επέκταση και όχι άρνηση ή περιορισμό ή προσβολή της ελευθερίας του άλλου, είναι πάλι δική του ελεύθερη επιλογή. Όπως το δικαίωμα διαζυγίου. Το δικαίωμα των ανθρώπων να παίρνουν διαζύγιο - για να θυμηθούμε τον Λένιν - δεν σημαίνει ότι τα ζευγάρια «πρέπει» να χωρίζουν ούτε ότι θα χωρίσουν. Κατά τα λοιπά: Όσοι επιθυμούν να σκεφτούν και να κουβεντιάσουν σοβαρά αυτά τα ζητήματα - ειλικρινά τώρα - θεωρούν επαρκώς «σοβαρή» αφορμή τον Γιακουμάτο;...

Επιμέλεια: Χρήστος Ζουλιάτης (facebook)

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

H σφαγή των ΕΛΑΣιτών ανταρτών την Πρωτοχρονιά του 1944 από τα καπετανάτα του Αντών Τσαούς / Γράφει ο δημοσιογράφος Σπύρος Κουζινόπουλος

Προδοτικές ενέργειες στα βουνά της Δράμας από Άγγλους και συνεργούς τους
Γράφει ο Σπύρος Κουζινόπουλος

Την Πρωτοχρονιά του 1944, διαπράχθηκε στα βουνά της Δράμας ένα αποτρόπαιο ομαδικό έγκλημα από συμμορίες ακροδεξιών, υπό τις διαταγές ενός βρετανού ταγματάρχη, του Μίλερ, ο οποίος μάλιστα ήταν και σύνδεσμος στην Ελλάδα του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής. Ήταν η σφαγή σε μία χαράδρα του Τσαλ-Νταγ των ανταρτών του τμήματος Ρήγας Φεραίος του ΕΛΑΣ.

















«Η συμμορία του “ήρωα της εθνικοφροσύνης” Αντών-Τσαούς με τους Βούλγαρους συμμάχους τους. Από αριστερά Ουζούνης, Γεώργιος Σκαρλατάκης, Νικόλαος Τεζόπουλος. Στη μέση και την άκρη με τα μαύρα Βούλγαροι στρατιώτες. Στα πόδια τους σφαγμένοι, οι αντιστασιακοί και μέλη του ΕΑΜ: Ηλίας Νταγνιτζής, Μιχάλης Πορφίδης, Γιουμουρτζής, Δ. Παπαδόπουλος, Τσότσογλου και Καραγιαννίδης.»
Πηγή φωτογραφίας: Κόκκινος φάκελος

Πρόκειται για ένα ύπουλο και απάνθρωπο έγκλημα, μία πραγματική παγίδα θανάτου, που σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από τις εθνικιστικές ομάδες του Αντώνη Φωστηρίδη (Αντών Τσαούς), σε συνεργασία με τους Άγγλους, και έγινε με τον ερχομό του 1944, την 1η Ιανουαρίου στα βουνά της Λεκάνης (Τσαλ-Νταγ) και στην οποία έχασαν με φριχτό τρόπο τη ζωή τους 17 ηρωικοί ΕΛΑΣίτες αντάρτες.

Στο βουνό Τσαλ-Νταγ, δρούσε το τμήμα Ρήγας Φεραίος του ΕΛΑΣ, πολεμώντας τους Βούλγαρους φασίστες κατακτητές. Για την αποτελεσματικότερη πάλη κατά των ξένων επιδρομέων, ο ΕΛΑΣ πρότεινε συνεργασία στο ένοπλο τμήμα του Αντών Τσαούς που δρούσε στην ίδια περιοχή. Μετά από συζητήσεις ανάμεσα στα δύο μέρη, αποφασίστηκε οι άνδρες των δύο τμημάτων να γιορτάσουν με κοινό τραπέζι την Πρωτοχρονιά του 1944, προκειμένου να γνωριστούν μεταξύ τους για να υπάρξει κοινή δράση κατά των κατακτητών.

Οι δύο διαφορετικές αντιστασιακές οργανώσεις δρούσαν διάσπαρτα σε δικές τους περιοχές (λημέρια) στα όρη Παγγαίο, Φαλακρό, Μενοίκιο και Λεκάνη και στα δάση της Ελατιάς (Καρά – Ντερέ) και του Κοτζά – Ορμάν και είχαν συνεργαστεί περιστασιακά μέχρι τα τέλη του 1943.

Στόχος των Άγγλων να εμποδίσουν ανάπτυξη του ΕΛΑΣ
Ο ΕΛΑΣ από τον Σεπτέμβριο του 1943 άρχισε να οργανώνεται και να αναπτύσσεται στην περιοχή ως 26ο Σύνταγμα επιζητώντας την ένταξη όλων των αντιστασιακών ομάδων στη δύναμή του. Οι Άγγλοι, ενώ στην αρχή εφοδίαζαν με όπλα και χρήματα όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις, την περίοδο 1943-44 όταν ο πόλεμος άρχισε να γέρνει υπέρ των συμμάχων, ενίσχυαν με κάθε μέσο μόνο τις εθνικιστικές ομάδες, με σκοπό να εξουδετερώσουν τον ΕΛΑΣ και να εμποδίσουν μετά τη λήξη του πολέμου το ρεύμα προς τα αριστερά. Στο πλαίσιο αυτό, ο Άγγλος ταγματάρχης Μίλερ, που ήταν σύνδεσμος του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής με τον ΕΛΑΣ Ανατολικής Μακεδονίας, τον Δεκέμβριο του 1943 μετεπήδησε στο τμήμα του Αντών Τσαούς.

Σύμφωνα με τον Βαγγέλη Κωστούδη, καπετάνιο του 19ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ που δρούσε στην περιοχή των Σερρών, οι Άγγλοι για να ενισχύσουν τα αντικομμουνιστικά στοιχεία που δρούσαν στην Ανατολική Μακεδονία και να φρενάρουν τη διαρκώς συνεχιζόμενη ανάπτυξη των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, έστειλαν τον ταγματάρχη Μίλερ στις γραμμές του Αντών Τσαούς, για να συντονίζει τη δράση τους ενάντια στον ΕΛΑΣ. Όπως σημείωσε: «Ο Μίλερ, ερχόμενος από το Γενικό Αρχηγείο, πέρασε από τα δικά μας τμήματα για να πάει στο Παγγαίο. Είχαμε αυστηρή διαταγή να τον προστατέψουμε για να περάσει με ασφάλεια. Κάποια στιγμή ο Ραφτούδης μου λέει: “Θα του ζητήσω να μας κάνει ρίψεις οπλισμού και αν αρνηθεί θα τον απειλήσω”. Η αλήθεια είναι ότι δικαιούμασταν μια τέτοια ρίψη με πολεμικό υλικό. Όμως εκβιασμός δεν χωρούσε.»

Η χαράδρα του θανάτου
Το ραντεβού μεταξύ των δύο αντάρτικων τμημάτων κλείστηκε σε μία χαράδρα μεταξύ Μπόεβας (Καστανωτού) και Όβαβτζικ (Δρυμότοπου) Δράμας όπου είχαν το λημέρι τους οι αντάρτες του Ρήγα Φεραίου και όπου περίμεναν τους επισκέπτες τους κάνοντας τις ανάλογες προετοιμασίες.

Τα χαράματα της Πρωτοχρονιάς, ο ΕΛΑΣίτης σκοπός του λημεριού, διέκρινε αυτούς που περίμενε: Τους άνδρες του Αντών Τσαούς, αρκετούς πολίτες από τα γύρω χωριά που κατευθύνονταν προς το λημέρι σε πανηγυρική πορεία. Κι ενώ αυτός τους καλωσόριζε, οι επισκέπτες ρίχτηκαν επάνω του και τον έσφαξαν. Αμέσως μετά κύκλωσαν τις καλύβες των ΕΛΑΣιτών και τους εξόντωσαν όλους, συνολικά 17 άντρες στον ύπνο τους. Από τη σφαγή, γλίτωσε μόνο ο μάγειρας του Ρήγα Φεραίου που εκείνη τη στιγμή έλειπε από το λημέρι.

Το αποτρόπαιο έγκλημα, που έγινε με την προτροπή του Άγγλου ταγματάρχη Μίλερ, επιβραβεύθηκε και από τους κατακτητές. Οι άνδρες του Αντών Τσαούς παρουσίασαν τα κεφάλια των τραγικά δολοφονημένων ανταρτών του ΕΛΑΣ στον Βούλγαρο πρόεδρο της κοινότητας Πλατανιάς κι αυτός, για ανταμοιβή, τους χάρισε δύο μικρά αυτόματα όπλα και το υπέρογκο για την εποχή εκείνη ποσό των 700.000 λέβα.

Όπως έγραψε ο ιστορικός Τάσος Χατζηαναστασίου, οι πόντιοι οπλαρχηγοί στα όρη της Λεκάνης (Τσαλ-Νταγ) εκτιμώντας ότι ο ΕΛΑΣ θα επιχειρούσε να επεκτείνει την επιρροή του και στην περιοχή τους, όπως είχε γίνει νωρίτερα στο Παγγαίο, έδρασαν άμεσα και αποφασιστικά. «Έτσι ξεγέλασαν τους ανενημέρωτους για τα γεγονότα στο Παγγαίο αντάρτες του Ρήγα Φεραίου και τους επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά, ενώ οι τελευταίοι τους περίμεναν για να συνεορτάσουν την Πρωτοχρονιά του 1944». Οι άνδρες του Φωστερίδη σκότωσαν 16-19 αντάρτες του Ρήγα Φεραίου και αιχμαλώτισαν άλλους δύο. Έτσι οι Πόντιοι οπλαρχηγοί εκδίωξαν ουσιαστικά από την περιοχή τους τον ΕΛΑΣ και μόνο ένα μικρό τμήμα παρέμεινε στην περιοχή του Κοτζά-Ορμάν, υπό τον Νίκο Χατζηνικολάου (Καπετάν-Μαύρος).

Νέα παγίδα
Μετά το αποτρόπαιο έγκλημα, ο Μίλερ μαζί με τις ομάδες του Αντών Τσαούς πέρασαν στο Μποζ-Νταγ. Από εκεί, έστειλε σημείωμα στον έφεδρο ανθυπολοχαγό του ΕΛΑΣ, Άγη (Ζαχαρίας Χαρτοματζίδης από την Ευκαρπία Κιλκίς) και τον καλούσε να πάει κοντά του για να «συνεννοηθούν» σχετικά με τα σημεία που θα γίνονταν οι ρίψεις οπλισμού από τα συμμαχικά αεροπλάνα.

Ο Άγης, που δεν είχε πληροφορηθεί τη δολοφονία των μαχητών του Ρήγα Φεραίου στο Τσαλ-Νταγ, πήγε στη συνάντηση με δέκα ΕΛΑΣίτες. Ο Μίλερ αφού παρέσυρε τον Άγη και τους συντρόφους του στα ακατοίκητα χωριά Πεπελές και Ζιρνοβίτσα, προσπάθησε να τον πείσει να γίνει όργανό του. Και όταν ο Άγης αρνήθηκε την πρόταση, τότε ο Μίλερ με τους ενόπλους του Αντών Τσαούς, Παντελή, Μικρόπουλο, Πετράκη και Αναστάς-Αγά, τον συνέλαβαν, μαζί με οκτώ από τους δέκα αντάρτες της ακολουθίας του, καθώς δύο κατόρθωσαν να διαφύγουν. Και αφού τους τυράννησαν φριχτά, στη συνέχεια τους εκτέλεσαν.

Ημέρα φρίκης η ημέρα αγάπης
Μετά την παγίδα θανάτου και τη σφαγή των ανταρτών του Ρήγα Φεραίου και του Άγη, στις αρχές Ιανουαρίου 1944, επέρχεται ο οριστικός διαχωρισμός των ένοπλων ομάδων σε τμήματα του ΕΛΑΣ, και σε ακροδεξιούς «εθνικιστές» αντάρτες υπό τοπικούς οπλαρχηγούς, οι οποίοι στις αρχές Φεβρουαρίου 1944 με την ενίσχυση των Βρετανών, συγκροτούνται σε ενιαία αντιστασιακή οργάνωση με την επωνυμία «Εθνικαί Ανταρτικαί Ομάδες» (ΕΑΟ).

Είναι η απαρχή των σκληρών εμφύλιων συγκρούσεων στην περιοχή, με την υποκίνηση των Άγγλων «συμμάχων», κατά τις οποίες θα ρεύσουν ποταμοί αίματος και θα γίνουν φρικαλεότητες που θα μείνουν στην ιστορία.

Η εξόντωση των ΕΛΑΣίτικων τμημάτων του Ρήγα Φεραίου και του Άγη, έδωσε την ευκαιρία στους Βούλγαρους φασίστες κατακτητές να οργανώσουν λίγο αργότερα, στις 11 Φεβρουαρίου 1944, μεγάλη εκκαθαριστική επιχείρηση στα ίδια βουνά, πιστεύοντας ότι θα εξοντώσουν τα υπολείμματα των ανταρτών. Το τάγμα του ΕΛΑΣ, που είχε διοικητή τον έφεδρο αξιωματικό Καραϊσκάκη, ο οποίος είχε μεγάλη αντάρτικη πείρα και ήταν πολύ ριψοκίνδυνος, διέταξε τη σύμπτυξη των τμημάτων, όταν οι Βούλγαροι ανέβηκαν στο βουνό, για να αποφύγουν περικύκλωσή τους.

Όμως, η διμοιρία των ΕΠΟΝιτών του Τάγματος, παρέμεινε στη θέση της και πολέμησε με το νεανικό ενθουσιασμό των μελών της, καθηλώνοντας με τα πυρά της τους κατακτητές επί πολλή ώρα. Ύστερα από αυτό, αναγκάστηκαν και τα άλλα τμήματα να σταματήσουν τη σύμπτυξη και να υποστηρίξουν με τα πολυβόλα τους νέους για να μη κυκλωθούν. Έτσι γενικεύθηκε η μάχη και οι Βούλγαροι καθηλώθηκαν παντού. Με τη βοήθεια και των όλμων τμήματος του έφεδρου αξιωματικού Π. Παντελίδη που χτυπούσαν με επιτυχία τις θέσεις του εχθρού, βοήθησαν τους νέους να απαγκιστρωθούν, ενώ οι κατακτητές είχαν πάρει ένα σκληρό μάθημα.

Κλείνουμε με τα λόγια του Στέργιου Βαλιούλη που περιέγραψε ως εξής με τη γλαφυρή του πένα την ομαδική σφαγή: «Τα Αντωντσαουσικά καπετανάτα, με καθοδηγητή τον μεγάλο… φιλέλληνα Μίλερ, το θαρρούσαν για βιλαέτι τους (το Τσάλ Νταγ) και πότε με μπαμπεσιές, πότε με λυσσασμένες επιθέσεις, δεν άφηναν τους δικούς μας σε χλωρό κλαρί. Χαρακτηριστικό αλλά και τραγικό στις συνέπειές του, ήταν το απάνθρωπο, το ειδεχθές έγκλημα της Πρωτοχρονιάς του 1944. Η ιστορία είναι απλή. Οι Αντωντσαούσηδες βασίστηκαν στη φλογερή πεθυμιά των ΕΛΑΣιτών να συνεργαστούν όλοι οι Έλληνες για να χτυπήσουν μαζί τους κατακτητές της πατρίδας».
Δημοσιεύτηκε στο «Δρόμος της Αριστεράς» (Φύλλο 341 - 6/1/2017)

Με την απελευθέρωση, η κυβέρνηση Αθηνών αναγκάστηκε να συλλάβει τους Αντών-Τσαους με 5 ακόμα στελέχη του, τον Σπυρίδη Κουτρίδη αλλά και τον συνταγματάρχη της ΠΑΟ Σφέτσο. Οι παραπάνω κλήθηκαν να λογοδοτήσουν σε στρατοδικείο για τα προδοτικά τους «σύμφωνα» και την όλη αντεθνική τους δράση. Παρόλα αυτά τα Δεκεμβριανά τους βρήκαν εκτός της φυλακής και με όπλα στα χέρια να διώκουν αγωνιστές του ΕΛΑΣ στη Μακεδονία και τη Θράκη. Μετά τη Βάρκιζα ο Αντών-Τσαούς χαρακτηρίστηκε ως «εθνικός ήρωας» και με το τέλος του Εμφυλίου στον οποίο έδρασε ως παρακρατικός έλαβε το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Εξελέγη δε και βουλευτής Δράμας με το «Συναγερμό» του Παπάγου.
Περισσότερα για την αντικομμουνιστική παραχάραξη της Ιστορίας, διαβάστε ΕΔΩ

Επιμέλεια-Παρουσίαση: Χρήστος Ζουλιάτης


Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

ΕΛΕΝΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ:«Μίλησες; Υπερασπίστηκες τον αδύναμο»; Επίθεση της Χ.Α. σε σχολείο στο Ν.Ικόνιο. Προπηλακισμοί. Χαστούκια. Μπουνιές. Βρισιές. Ουρλιαχτά.

Αυτό το κείμενο, όπως και όλα τα άλλα, αναρτήθηκε στην ανοικτή, δημόσια και ελεύθερη σελίδα μου σε αυτόν εδώ το χώρο, με πολύ θάρρος και παρρησία. Την τελευταία φορά που έγραψα για την εκπαίδευση των παιδιών των προσφύγων δέχθηκα “προειδοποιήσεις”. Είμαι επικηρυγμένη βλέπετε στις σελίδες της Χρυσής Αυγής και στις σελίδες της “σοβαρής” Χρυσής Αυγής. Αλλά δυστυχώς δεν φοβάμαι. Δυστυχώς. Για αυτό θα συνεχίσω να μιλάω. Ξέρω. Δεν επιτρέπεται αυτήν την εποχή. Ιδιαίτερα σε γυναίκες. Όμως θα το κάνω.
Δεν μπορώ να μην το κάνω. Γιατί θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου και η ψυχή μου θα με ρωτήσει: “Μίλησες; Υπερασπίστηκες τον αδύναμο;”



Σήμερα ήμουν μάρτυρας σε μια από τις πιο θλιβερές εικόνες της ζωή μου. Προπηλακισμοί. Χαστούκια. Μπουνιές. Βρισιές. Ουρλιαχτά. Υστερίες. Τεντωμένα πρόσωπα. Υψωμένες γροθιές.
Μέσα και έξω από τον ιερό χώρο ενός σχολείου.
Γιατί;
Για να μην έρθουν στην απογευματινή βάρδια ενός δημόσιου ελληνικού σχολείου κάπου 20-25 παιδιά του πολέμου. Παιδιά που έχουν επιβιώσει από οβίδες, από μισαλλοδοξία, από φανατισμό, από πείνα, από δίψα, από το κρύο, από τη θάλασσα. Παιδιά τραυματισμένα στη ψυχή και στο σώμα. 
Παιδιά. Παιδιά. Παιδιά γαμώτο. Παιδιά.

Δεν θα πω πολλά όμως για τον Υπόδικο. Παρά μόνο πως ούτε επιθετικότητα ήταν αυτο που έκανε. Ούτε καν βία. Ήταν ένα χορευτικό. Μια περφόρμανς. Ένα σκετς. Αγανακτισμένος έσπρωχνε την πόρτα του σχολείου για να μπει τελικά μέσα, να κάνει μια στροφή σα να χόρευε ζεϊμπέκικο και στη συνέχεια να αποχωρήσει. Το ξύλο στις δασκάλες και στους δασκάλους το έριξαν οι συνοδοί του.
Ολα αυτά που σας περιγράφω έγιναν μπροστά στα μάτια κάποιων παιδιών που δεν είχαν προλάβει να αποχωρήσουν από το σχολείο. Έκλαιγαν αυτά τα παιδιά. Είδαν τον Κύριο και την Κυρία τους, τους δασκάλους τους, να τρώνε σφαλιάρες και σπρωξίματα.
Γιατί;
Πως θα παρηγορήσουμε αυτά τα παιδιά.;
Ποιος θα τους εξηγήσει; Τι να τους εξηγήσει;
Για αυτά τα παιδιά δεν γίνεται όλο αυτο; Για να τα προστατεύσουμε;.
Γιατί έπρεπε να γίνει όλο αυτο;

Το υπόλοιπο μήνυμά μου αφορά στους γονείς του σχολείου. Και κάθε σχολείου. Ιδιαίτερα εκείνους που ήμασταν μαζί στη συζήτηση. Ξέρω πως το σχόλιό μου θα φτάσει στα χέρια τους. Θέλω να τους πω πως δεν έχω θυμό γι αυτους. Έχω θυμό μόνο σε όσους εκμεταλλεύονται τα συναισθήματά τους.

Γιατί τα ξέρω τα συναισθήματά τους. Ήμουν κοντά τους τα τελευταία 19 χρόνια. Ήμουν κοντά τους όταν έχασαν τη δουλειά τους. Όταν μαζί με τους άλλους συναδέρφους μαζέψαμε λίγα χρήματα για να τους πληρώσουμε το κομμένο ρεύμα. Ήμουν εκεί κοντά στην μητέρα που κακοποιήθηκε από έναν βάναυσο σύζυγο και με άφησε να της κρατήσω το χέρι. Ήμουν κοντά τους στην αγωνία τους για τον μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους. Δεν θα τους κατηγορήσω. Γιατί τους κατανοώ. Ξέρω. Ειλικρινά ξέρω τις δυσκολίες , τις αγωνίες και τον πόνο της ψυχής τους. Και το λέω χωρίς ίχνος ειρωνείας. Ξέρω το βάρος του να μεγαλώνεις παιδιά σε αυτές τις δύσκολες εποχές της χολέρας. Της φτώχειας. Της ψυχικής ανέχειας. Ξέρω. Ήμουν εκεί όταν εκμυστηρεύτηκαν τις αγωνίες τους. Πήρα τα παιδιά τους αγκαλιά όταν μάτωναν τα γόνατά τους στο προαύλιο και ζητούσαν τη μαμά. Μέχρι να έρθει η μαμά, ήμουν εγώ εκεί για εκείνα. Χωρίς φόβο τα πήρα αγκαλιά όταν έβραζαν από πυρετό. Πολλές φορές κόλλησα τις ασθένειές τους. Τις γρίπες τους. Τα δερματικά τους. Τα παράσιτά τους. Ναι . Τα Ελληνάκια έχουν από ολα αυτα. Αλλά δεν σταμάτησα ούτε στιγμή να είμαι εκεί σαν δεύτερη Μητέρα για αυτα. Τα αγαπάω τα παιδιά τους. Μάλιστα τα πιο μικρά, μερικές φορές μπερδεύονται και με φώναζαν μαμά. Αλήθεια. Το κάνουν αυτο οι πολύ μικροί μαθητές.

Και θα συνεχίσω να τα αγαπάω και να διαθέτω την αγκαλιά μου και την ψυχή μου για αυτά. Γιατί έχω επιλέξει να είμαι Δασκάλα. Είναι δύσκολο να είσαι δάσκαλος. Γιατί βλέπεις να κυλάει η ιστορία μπροστά σου και πολλές φορές είναι πέρα από τις δυνάμεις σου να αλλάξεις το ελάχιστο.Όμως αυτό δεν είναι αλήθεια. Έτσι νόμιζα. Έτσι ήθελαν να με κάνουν να νομίζω . Ότι είμαι θύμα. Ότι δεν μπορώ να αλλάξω πολλά. Είναι ψέμα όμως. Μπορώ να αλλάξω τη μοίρα μου. Μπορώ να αλλάξω τη μοίρα των μαθητών μου. Μπορώ να συμβάλω λίγο. Ένα μικρο βηματάκι προς μια πιο ανθρώπινη ζωή. 
Πιο ανθρώπινη ζωή. 
Και γι αυτόν τον λόγο θα συνεχίζω να αγκαλιάζω τα παιδιά τους όταν έχουν πυρετό και να βρίσκομαι δίπλα στις μητέρες αυτές όταν θα θέλουν υποστήριξη. Θα το κάνω..Με όλη μου την καρδιά.

Θα το κάνω όμως και για τα παιδιά των προσφύγων . 
Δεν υπάρχει ούτε μια περίπτωση να μην το κάνω και για τα παιδιά των προσφύγων.

Ξέρετε γιατί; 
Για ένα μόνο λόγο.

Για να αλλάξω τον κόσμο. Αυτό με ενδιαφέρει μόνο.
Δυστυχώς αυτο με ενδιαφέρει μόνο.

Γιατί ο Δαρβίνος είπε, πως τα είδη που δείχνουν Συμπόνοια στα αδύναμα μέλη της αγέλης, είναι τα είδη που επιβιώνουν. Είναι τα είδη που κατακτούν το κόσμο. Τα δυνατά είδη. Αυτά τα είδη στο βασίλειο της φύσης επιβιώνουν. Όχι τα βίαια. Όχι εκείνα που αφήνουν πίσω στο πέρασμά τους και έξω από την αγέλη τον αδύναμο. Αλλά αυτά που κάνουν χώρο.

Χώρο.

Θα ήθελα να είμαστε μαζί σε αυτό το Μεγάλο και Ιερό σκοπό. Μια αγκαλιά. Για να αλλάξουμε τον κόσμο. Για να γίνουμε λίγο πιο δυνατοί και λίγο πιο θωρακισμένοι και προετοιμασμένοι για τα επόμενα δύσκολα χρόνια που έρχονται. Σε αυτές τις φήμες πολέμου και σε αυτο το χωνευτήρι ψυχών που έχει καταντήσει ο κόσμος θέλω ειλικρινά να είμαστε μαζί και να αγκαλιάσουμε τους αδύναμους. 
Για να αλλάξουμε τον κόσμο.

Θα έρθετε;

Ελένη Καραγιάννη (facebook)
Εκπαιδευτικός εικαστικής αγωγής
Συντονίστρια Εκπαίδευσης Σχιστού

Ανακοινώσεις Κομμάτων 

Ανακοίνωση ΣΥΡΙΖΑ 
«Οι προπηλακισμοί και η επίθεση εναντίον εκπαιδευτικών, και μάλιστα παρουσία των μαθητών τους, στο Δημοτικό Σχολείο Νέου Ικονίου Περάματος, από μέλη της ΧΑ υπό τις διαταγές και την καθοδήγηση του υπόδικου βουλευτή Λαγού, δείχνουν ότι η ΧΑ προσπαθεί να ξανασηκώσει κεφάλι. Τέτοια φαινόμενα οφείλουν να καταδικαστούν από κάθε δημοκρατικό πολίτη. Να είναι σίγουροι οι υπόδικοι εγκληματίες νεοναζιστές ότι ούτε η Πολιτεία, ούτε το συγκροτημένο δημοκρατικό, αντιφασιστικό κίνημα δεν θα τους αφήσει να στάξουν το δηλητήριό τους σε νεανικές ψυχές. Το πρόγραμμα εκπαίδευσης προσφυγόπουλων, στο οποίο έχει ενταχθεί και το συγκεκριμένο σχολείο, οφείλει να συνεχιστεί απρόσκοπτα, όπως επιτάσσουν οι αξίες και οι αρχές του ανθρωπισμού μιας ευνομούμενης και δημοκρατικής χώρας». 

Καταδικάζει η Νέα Δημοκρατία
«Η Χρυσή Αυγή έδειξε και πάλι το αποκρουστικό της πρόσωπο.
Καταδικάζουμε απολύτως την εισβολή στο Δημοτικό Σχολείο Ικονίου Περάματος και τα επεισόδια που προκάλεσαν υποστηρικτές της, με επικεφαλής μάλιστα βουλευτή του κόμματος.
Οι ρατσιστικές επιθέσεις δεν έχουν θέση σε καμία ευνομούμενη κοινωνία. Και τα “μαθήματα βίας” δεν χωρούν μέσα στις σχολικές αίθουσες, αλλά και πουθενά στον δημόσιο βίο».

Το ΠαΣοΚ - Δημοκρατική Συμπαράταξη
«Οι υπόδικοι νεοναζί επιστρέφουν για μια ακόμη φορά στον τόπο του εγκλήματος, στις ίδιες γειτονιές που δολοφόνησαν τον Παύλο Φύσσα.
Σήμερα, ακριβώς τέσσερα χρόνια μετά την δολοφονία του Σαχτζάτ Λουκμάν συνεχίζουν αμετανόητοι να χύνουν το ρατσιστικό τους δηλητήριο στις γειτονιές του Πειραιά. 
Καταδικάζουμε την ρατσιστική επίθεση της Χρυσής Αυγής σε δημοτικό σχολείο του Περάματος».

Το ΚΚΕ
Ανακοίνωση για την υπόθεση προπηλακισμού εξέδωσε και το γραφείο Τύπου της Κ.Ε. του ΚΚΕ: «Η ναζιστική εγκληματική Χρυσή Αυγή, ως γνήσιο τσιράκι του συστήματος της εκμετάλλευσης, συνεχίζει να επιτίθεται σε όσους αντιστέκονται στο ρατσιστικό της παραλήρημα. Το ΚΚΕ καταγγέλλει τη νέα επίθεση με τραμπουκισμούς της Χρυσής Αυγής, με επικεφαλής το γνωστό υπόδικο για εγκλήματα Γ. Λαγό, με την παρουσία και την ανοχή της αστυνομίας, ενάντια σε εκπαιδευτικούς και γονείς σήμερα σε σχολείο στο Πέραμα, το οποίο προορίζεται να φοιτήσουν παιδιά θύματα του πολέμου.
Ο ελληνικός λαός, οι γονείς, οι μαθητές, οι εκπαιδευτικοί, να καταδικάσουν και να απομονώσουν τη Χρυσή Αυγή, να αντιτάξουν τη δική τους αλληλεγγύη απέναντι στα προσφυγόπουλα που ξεριζώθηκαν από τις πατρίδες τους, εξαιτίας των πολέμων και της βαρβαρότητας. Να δυναμώσουν την κοινή πάλη τους ενάντια στους πολέμους που σπέρνουν τον θάνατο και την προσφυγιά». 

Το Ποτάμι
Σε δήλωση του ο βουλευτής Αττικής με Το Ποτάμι κ. Γιώργος Μαυρωτάς σημειώνει: «Η εισβολή στο Δημοτικό Σχολείο Ικονίου Περάματος και τα επεισόδια που προκάλεσαν υποστηρικτές της Χρυσής Αυγής με επικεφαλής μάλιστα βουλευτή του κόμματος, έρχεται να μας θυμίσει τι εκφράζει αυτός ο χώρος. Αρκετά έχει ταλαιπωρηθεί η κοινωνία μας από τη ρητορική μίσους και τους τραμπουκισμούς. Τα μαθήματα βίας έξω από την ύλη των σχολείων και η Χρυσή Αυγή έξω από την πύλη τους».

Επιμέλεια-Παρουσίαση: Χρήστος Ζουλιάτης

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ / Ήρθε κι έφυγε την ίδια ημέρα / Κι εγώ, κλάματα πίσω απ΄την πόρτα


ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 18 Ιανουαρίου, γεννήθηκε (1915)  και έφυγε (1984), πιστός στο βιολογικό του ραντεβού, ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ και ενώ ο υιός μου έκλαιγε πίσω απ΄την πόρτα, εγώ ήμουν στο "Πρώτο" και φωτογράφιζα την κηδεία του ΤΣΙΤΣΑΝΗ. 

Καλλιτέχνες, επικεφαλής η Σωτηρία Μπέλλου με τον Αχιλλέα Κουλαξίζη, παίζουν την "Συννεφιασμένη Κυριακή"


Γράφει ο Κωστής Ζουλιατης (υιός)
"Κλάματα, πίσω από την πόρτα. Ήμασταν πέντε χρονών, ο ξάδερφός μου έξι. Κλάμα παιδικό πεισματάρικο· που δεν μας πήραν στην κηδεία του Τσιτσάνη οι γονείς. Κλάμα κανονικό λέμε. Ανάθεμα κι αν ξέραμε τι είναι μια κηδεία, ανάθεμα κι αν ξέραμε θάνατος τι πάει να πει. Μόνο έναν παππού και μια μπισνόνα είχα χάσει, κι αυτό σε ηλικία ίσα που μιλούσα. Ξέραμε όμως τι ήταν ο Τσιτσάνης. Για την ακρίβεια, ξέραμε ότι Τσιτσάνης λέγονταν τα τραγούδια που έπαιζαν σπίτι τα μεσημέρια, τις Κυριακές των αγκαλιών και των αγαπημένων συναθροίσεων· κυρίως αυτών των χωρίς αφορμή. Πρόσωπα πολλά στο σπίτι. Αγαπημένα μάτια, χειρονομίες που ακόμα τις θυμάμαι. Που τις θυμάσαι. Τραγούδια που κρατούσαν ένα καλοκαίρι· ή ένα πάσχα, όλοι στον κήπο γύρω από το αρνί, όλες οι χειρονομίες να σχηματίζουν μια αγκαλιά, ο Τσιτσάνης από πάνω μας. Ξέραμε ότι ήταν κάτι μεγάλο ο Τσιτσάνης· πόσο μάλλον η κηδεία του. Ακουγόταν ακόμα πιο μεγάλο ένα τέτοιο γεγονός. Με κάποιο τρόπο, είναι η πρώτη κηδεία στην οποία κλάψαμε"...


Καλλιτέχνες κατά την ταφή, παίζουν την "Συννεφιασμένη Κυριακή"

Κάπου μιάμιση δεκαετία αργότερα, στο φόρτε των σημιτικών εκλογών, τις μέρες που ο ζόφος είχε ντυθεί εκσυγχρονιστική ευμάρεια και όλοι χασκογελούσαν με τα αποκριάτικο πάρτι της σοφοκλέους, κάπου ανάμεσα στο θόρυβο της ολυμπιακής προσμονής που κάλυπτε τα πάντα, αναχώρησε ο Άκης Πάνου. Πέρασε στα ψιλά τότε, στα αθόρυβα. Δεν βρέθηκε αρκετός χώρος στις σελίδες για να μνημονεύσει το φευγιό του και την προσφορά του στις ζωές μας. Τουλάχιστον όχι όσος είχε αφιερωθεί για το φονικό του. Το'χε πει κι ο εισαγγελέας τότε, αρνούμενος να του βρει ελαφρυντικό· δεν είναι δα τόσο μεγάλη η πολιτιστική προσφορά του ώστε να δικαιούται ποινικής ελάφρυνσης. Καλά είπε, δεν ήταν δα κι ο Νταλάρας. Κι ας έχει στοιχειώσει τους πιο εκτροχιασμένους φθόγγους του λαϊκού πολιτισμού που για λίγο μας έκανε όλους μεγαλύτερους· για λίγο λάμπρυνε τις ζωές μας, τα βράδια μας και τις Κυριακές μας.

Μέσα στον αμερικάνικο θόρυβο και πριν ακόμα καθήσει η σκόνη των δίδυμων πύργων, έφυγε ήσυχα και ο Στέλιος Καζαντζίδης. Θυμάμαι στην τηλεόραση παράθυρα, το ένα να δείχνει εμπορευμένη κλάψα και θύματα με τις ιστορίες τους, το άλλο ουρές μυστών για το προσκύνημα στη φωνή που μετουσίωσε την κλάψα σε λυγμό και καταφύγιο. Ο,τι κι αν λέγαμε για τον Καζαντζίδη, ό,τι απαξίωση κι αν έζησε στα χρόνια της πασοκικής ξεφτίλας, δεν γινόταν να προσπεράσεις αυτό που συνέβαινε σαν σε έβρισκαν στο μέτωπο οι νότες του. Μια φωνή ακέραια, αλύγιστη, περήφανη, φως σε σκοτεινό κάτεργο. Οι πρετεντέρηδες ζωγράφιζαν λογοτεχνικά τη δική τους κλάψα, η μέρα που άλλαξε ο κόσμος και μεγαλόστομες μπούρδες. Για τον άνθρωπο του μεροκάματου, τον άνθρωπο που περιμένει σε ουρές -είτε εφορίες είτε νεκροταφεία- ο κόσμος κλονίστηκε σαν έχασε τη φωνή του. Αυτή που του'γνεφε πως όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή. Κι αυτό ήταν το σπίτι του, όχι οι δείκτες του νάσντακ που έπαθαν κολούμπρα.

Κι ενώ οι ζωές μας μεγάλωναν, λιγόστευαν σε καλοκαίρια και κέρδιζαν σε σκοτάδια, οι αναχωρήσεις πύκνωναν. Ο Πάνος Γεραμάνης. Η βαριά φωνή που ακουγόταν σαν χάδι, αίμα από βινύλιο, ήθος κουρδισμένο σε 45 στροφές· άλλης εποχής, άλλου ονείρου. Λαϊκοί βάρδοι. Άκουγες τις εκπομπές του και καταλάβαινες τι πάει να πει αγάπη. Τι πάει να πει αρχοντιά πραγματική και περηφάνια. Ήθη που ξεχάστηκαν, καθώς οι δείκτες νάσντακ πολιορκούσαν το όνειρο.

Προχτές αναχώρησε -αθόρυβα κι αυτή- η μεγάλη Άννα Χρυσάφη. Ψάχνοντας στα τραγούδια της, έτσι για να σιγοντάρω το ταξίδι της στις ηλεκτρονικές συναθροίσεις μας, βρήκα ένα υπέροχο σκωπτικό για τους ντιντήδες. Να μου λείπουν οι ντιντήδες κι οι μοντέρνοι, θέλω άντρα ν'αγαπάει και να δέρνει. Ποιητική αδεία, τη ρώτησα αν μέσα στους ντιντήδες και τους μοντέρνους θα ξαναστεριώσει άραγε ένας λαϊκός πολιτισμός σαν εκείνον που έλαμψε στο μικρόφωνό της. Που ν'αγαπάει και να δέρνει.


Όταν φεύγουν μεγάλοι άνθρωποι του λαϊκού τραγουδιού, νιώθω να κόβεται κάτι. Σα να λείπει κάποιος από την οικογένεια, σα να χάνεις κάτι από τη συνέχειά σου, από το φως που προηγείται της ύπαρξής σου και φώτιζε πάντα το δρόμο σου. Νιώθεις να σβήνουν τα φώτα του πιο στέρεου και γενναιόδωρου πολιτισμού που έστω και στις άκρες του, πρόλαβες να γίνεις κοινωνός του· ό,τι πιο αυθεντικό, περήφανο και καθάρια λαμπρό γνώρισες στον κόσμο των μεγάλων αποστάσεων και των σκιερών μύθων. Όταν φεύγουν οι φωνές των γούστων μας και των καημών μας, τότε νιώθω θάνατος τι πάει να πει. Απουσία είναι να μην έχεις φωνή να πει τον πόνο σου. Να τον ακούσεις κι εσύ και να τον μάθεις. Μένεις τότε μόνος σου, να τον ανακαλύψεις εσύ. Και καθόλου περήφανα, μέσα στα σκοτάδια, να τα βγάλεις πέρα. Μέσα στο χαμό των μοντέρνων· που δεν αγαπάνε. Μόνο δέρνουν.
Κωστής Ζουλιάτης 2013
Πηγή: COSTINHO

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ για τον ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΤΣΑΝΗ
"Ξέρουμε ότι έπρεπε να έρθει ο Σεφέρης και ο Ελύτης για να ανακαλυφθεί ο Θεόφιλος. Όμως, στην περίπτωση του Βαμβακάρη, του Παπαϊωάννου, του Μητσάκη, του Καλδάρα, του Χιώτη, του Μπιθικώτση, και προπαντός του ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΤΣΑΝΗ, ο λαός μας δεν είχε ανάγκη από μεσάζοντες για να τους ανακαλύψει, γιατί απλούστατα ο λαός μας τους ζούσε εντατικά, κάθε στιγμή.


Από τη συναυλία στον "Κοκκινόβραχο" (Κατράκειο) 1983
Πώς έγινε αυτό το θαύμα και αυτό το παιδί από τα Τρίκαλα που έφηβος ξενιτεύτηκε στη Θεσσαλονίκη να μετουσιώσει μέσα στη ψυχή και στο μυαλό του όλη την πεμπτουσία της μουσικής μας παράδοσης και να μας τη ξαναδώσει σε νέες, απλές και τέλειες μουσικές φόρμες. Πόσες δεκάδες χιλιάδες τραγούδια, ελαφρά, ελαφρολαϊκά, Τούρκικα, Ινδικά, καψούρικα και βλαχουδιστικά, κουλτουριάρικα και μιξολυρικά, πόσα και πόσα δεν γράφτηκαν μετά τη Συννεφιασμένη Κυριακή. Ποιος τα θυμάται; Ανάμεσα σε δυο βράχια, σε δυο πλατάνια – έτσι είναι, τι να γίνει Βασίλη - θα φυτρώσουν και χορταράκια, και μολόχες, και τσουκνίδες. Όλα είναι καλά και άγια στη φύση. Μονάχα βέβαια, όταν αρχίσουν οι μολόχες να κάνουν δηλώσεις και ο κόσμος να τους παίρνει για πλατάνια...καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Να όμως που εμείς, μια ολόκληρη γενιά, μουσικοί και ποιητές, σε αναγνωρίσαμε και σε αναγνωρίζουμε για δάσκαλό μας. Ακολουθήσαμε, με τις δικές μας δυνάμεις, τον δρόμο που εσύ και οι σύντροφοί σου πρώτοι χαράξατε"

(Από την ομιλία του Μίκη στο "Κατράκειο", τον Αύγουστο του 1983, σε μια βραδιά αφιερωμένη στον Βασίλη Τσιτσάνη. Τότε ονομαζόταν "Κόκκινος Βράχος").
Επιμέλεια-Φωτογραφίες: Χρήστος Ζουλιάτης


******************************************************************************************************


Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ και ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: Έτσι δημιουργήσαμε το «Άξιον Εστί». Άγνωστες πτυχές για την ολοκλήρωσή του

ΑΞΙΟΝ  ΕΣΤΙ

«Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνες και δροσοσταλίδες, χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους esthetes που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και της ελπίδες της Ρωμιοσύνης».
Μίκης Θεοδωράκης Αθήνα 1964











Το «Άξιον Εστί» γράφτηκε από τον Οδυσσέα Ελύτη το 1959 και εκδόθηκε έναν χρόνο αργότερα.
Το 1964, ο Μίκης Θεοδωράκης αναλαμβάνει να μελοποιήσει αποσπάσματα από το «Άξιον Εστί» σε συνεργασία με τον Οδυσσέα Ελύτη. 
Στο τελικό έργο συμμετείχαν
Σολίστ: Γρηγόρης Μπιθικότσης, Μάνος Κατράκης, Θεόδωρος Δημήτριεφ.
Συμμετείχαν η Μικρή Ορχήστρα Αθηνών και η Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου.
Διεύθυνση Ορχήστρας και Χορωδίας ο Μίκης Θεοδωράκης
Ας δούμε τι λέει ο Οδυσσέας Ελύτης και πιο ήταν το έναυσμα  για να γράψει αυτό το επικό έργο που έμελλε να μείνει στην ιστορία σαν το πιο ολοκληρωμένο ορατόριο, όπου εξιστορούνται τα πάθη και οι ελπίδες ενός βασανισμένου λαού.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: 
«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην
Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί - πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος - δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκιπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία - που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. 

Οδυσσέας Ελύτης (κέντρο) στο Αλβανικό μέτωπο

Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να 'χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους - και βέβαια, εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου 'δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ' αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί».
Οδυσσέας Ελύτης

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ για τον Οδυσσέα Ελύτη:
Ο Οδυσσέας Ελύτης ήρθε να καταγράψει με τον ποιητικό λόγο του το αποκορύφωμα και το απόσταγμα ενός τιτάνιου
ψυχικού, πνευματικού και ηθικού αγώνα μιας φυλής, που της έλαχε κάποτε ο κλήρος του πρωτοπόρου μέσα στην παγκόσμια εποποιία της ανθρώπινης κοινωνίας. Μετά την παρακμή φάνηκε να αχνοροδίζει η αυγή μιας καινούργιας εθνικής αναγέννησης. Σ' αυτό βοήθησαν οι εχθροί και οι βάρβαροι, γιατί ο Έλληνας ξυπνά, όταν τα όρια της ντροπής και της βίας έχουν φτάσει στο εσχατο τους σημείο. Γεννήθηκε τότε μια «ποιητική» βιωματική των απλών ανθρώπων. Δηλαδή γέμισε ο τόπος με ανθρώπινες πράξεις, που με την υπέρβαση και τον οίστρο της αυτοκαταστροφής η της Θυσίας ήσαν αυτές καθ' εαυτές ανθρώπινα ποιήματα. Γεγονός που οδήγησε τους ποιητές στην καταγραφή αυτού του έπους με νέα σύμβολα αντάξια της βιωμένης ποιητικής. Έτσι. γεννήθηκε το «Άξιον Εστί». Γιατί ο Ελύτης; Τότε γιατί ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Δαμασκηνός και ο Κορνάρος; Γιατί ο Σολωμός;
Χρειάζονται ίσως βαθείς ρίζες, που να εισχωρούν ως τες εσχατιές της ουσίας των πραγμάτων και ευαίσθητες κεραίες, που να δονούνται στους μυστικούς κραδασμούς της συλλογικής ευαισθησίας... Μνήμη και Προοπτική. Ενόραση και Όραμα. Η ιδανική μορφή του ιδανικού νεοέλληνα είδε τον εαυτό της στον «καθρέφτη» του «Άξιον Εστί». Κι όταν οι χαλεποί καιροί μεταβάλανε τη μορφή αύτη τού νεοέλληνα σε καρικατούρα, μείναν οι Στίχοι του ποιητή, πού με θεϊκή χάρη βρέθηκε στο μονοπάτι του χρόνου, πάνω στη διακλάδωση, να δει και να μιλήσει. Για πάντα! Η πομπή δεν ακολούθησε το δρόμο, που εκείνος χάραξε. Δεν τράβηξε μπροστά. Γλιστρώντας πάνω σε λάσπες από μαρμελάδα που κατηφορίζαν, ο ι νεοέλληνες χαίρονταν το ανέμελο, το άκοπο, το ανέξοδο και προπάντων το ανεύθυνο «ταξίδι» της τσουλήθρας προς το τίποτα.
Γι' αυτό το «Άξιον Εστί» κι όλος ο κόσμος γύρω του, πνευματικός και ηθικός, μένουν σήμερα μετέωρα. Σημάδια ενός πολιτισμού, που μόλις κατάφερε να ανθοφορίσει σε μια βραχύβια Άνοιξη, που ζει σαν όνειρο στη σκέψη μόνο όσων αρνήθηκαν τον ξεπεσμό. 

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΓΙΑ ΤΟ «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»
Κάποιο  μεσημέρι, στο όρθιο του Λουμίδη, μπροστά στο ΠΑΛΛΑΣ, εκεί που έπινε τον μοναδικό καφέ εσπρέσο η αθηναϊκή ιντελιγκέντσια, Σεπτέμβριο νομίζω του ΄60, με πλησίασε ο Οδυσσέας Ελύτης. Αφού μου μίλησε για το πόσο εκτιμά την προσπάθειά μου και πόσο αγάπησε τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ, πρόσθεσε:
- Τελείωσα το «Άξιον Εστί», το έργο της ζωής μου, νομίζω. Θα ΄θελα να σας το έστελνα κάπου, γιατί κάτι μου λέει ότι θα σας εμπνεύσει…
Αφού τον ευχαρίστησα, έγραψα τη διεύθυνσή μου στο Παρίσι και του την έδωσα : Rue de la Fontaine au Roi («Βασιλική Πηγή»! Πιο συμβολική ονομασία δεν μπορούσε πράγματι να βρεθεί για κείνη την εποχή).
Δεν πέρασε μήνας κι ο παριζιάνος ταχυδρόμος άφησε στο θυρωρείο το φρεσκοτυπωμένο βιβλίο του Ελύτη.

Εξώφυλλο Γιάννη Τσαρούχη
 Αφού το ρούφηξα μονομιάς, απ΄ την πρώτη ως την τελευταία λέξη, βάλθηκα να το μελοποιήσω. Ίσως στην αρχή να είχα την πρόθεση να μην αφήσω απέξω κανένα στίχο. Μετά συνειδητοποίησα πως η σύνθεση που θα προέκυπτε, θα είχε σίγουρα διάρκεια δεκάδων ωρών. Εξάλλου στίχοι όπως το ΕΝΑ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ, ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΑΙΜΑΤΑ, ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΜΟΥ, ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΗΛΙΕ ΝΟΗΤΕ, ΝΑΟΙ ΣΤΟ ΣΧΗΜΑ Τ΄ΟΥΡΑΝΟΥ… με τράβηξαν σα μαγνήτες. Τους μελοποίησα αμέσως κι άρχισα πάλι να τους τραγουδώ προς μεγάλη χαρά της μικρής Μαργαρίτας και απελπίζοντας τη Μυρτώ μέσα σε κείνο το μικροσκοπικό δωμάτιο, στο οποίο έπρεπε να τα κάνουμε όλα. Να τρώμε, να ταΐζουμε τα παιδιά, να μελετάμε, να γράφω μουσική. Η κουζίνα δεν μας χωρούσε ούτε όρθιους. Η μπανιέρα ήταν φουσκωτή. Το αποχωρητήριο στην αυλή της πολυκατοικίας και το υπνοδωμάτιο μόλις και μετά βίας χωρούσε το κρεβάτι μας. Πρέπει ακόμα να πω ότι τα περισσότερα έπιπλα τα φτιάξαμε οι ίδιοι με υλικά που αγοράσαμε από το σουπερμάρκετ.

Λίγο λίγο η μορφή της νέας μου σύνθεσης άρχισε να ξεκαθαρίζει στο μυαλό μου. Πρέπει να είχα δύο πρότυπα : Το ένα ήραν τα ορατόρια του Μπαχ. Εκεί που έχουμε τις άριες, τα ρετσιτατίβα και τα κοράλ. Το άλλο ήταν η λειτουργία, όπου έχουμε τις ψαλμωδίες των ιερέων, την ανάγνωση των Ευαγγελίων και τα τροπάρια του δεξιού και του αριστερού ψάλτη. Τρία βασικά στοιχεία και στις δύο περιπτώσεις. Αυτά υπήρχαν στο ποίημα του Ελύτη. Έπρεπε τώρα η τελική επιλογή μου να επεκταθεί σε όλο το έργο, ώστε να μη χαθεί η ενότητά του και να μην προδοθεί ο στόχος του ποιητή : Η ΓΕΝΕΣΙΣ, ΤΑ ΠΑΘΗ και ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ θα έπρεπε να αντιπροσωπεύονται αναλογικά έτσι ώστε να μη χαλάσει η ισορροπία του έργου.

Όλες μου αυτές τις σκέψεις άρχισα να τις γράφω και να τις στέλνω στον Ελύτη. Εκείνος μου απαντούσε… Το έργο προχωρούσε… Όμως ήμουν τάχα ώριμος για να περάσω απ΄το Τραγούδι και τον Κύκλο Τραγουδιών στο Ορατόριο; Θα χρησιμοποιούσα συμφωνική ορχήστρα; Και πως; Θα έβαζα και χορωδία; Με ποια εναρμόνιση; Ποιες άλλες τεχνικές; Άντεχε τάχα η αντίστιξη σ΄ένα έργο που ήθελα να παραμείνει λαϊκό;
Έχω γράψει έκτοτε πολλά για το «Άξιον Εστί». Εδώ σ΄αυτές τις «βιογραφικές»  σημειώσεις, που αφορούν την ταυτότητα των έργων και κυρίως τις συνθήκες μέσα στις οποίες γράφτηκαν, δεν έχω να πω πολλά πράγματα. Όπως βλέπετε, το βάζω τελευταίο στην Α΄Περίοδο (1960-1965), γιατί πράγματι τότε –δηλαδή τέλος του ΄60 και αρχές του ΄61- άρχισε και τέλειωσε η σύνθεσή του, όμως για να το ολοκληρώσω, χρειάστηκα άλλα τρία χρόνια.

Εκ των υστέρων παρατηρώ ότι η ενορχήστρωση μπορεί να ήταν πιο σωστή και ενδεδειγμένη, στα όριά της, ώστε να μη χαθεί ο «ελληνολαϊκός» χαρακτήρας, που κυριαρχούσε τότε στις συνθέσεις μου. Είχε όμως πολλές προχειρότητες, που δείχνουν ότι μου έλειπε ο χρόνος που απαιτεί η δουλειά της ενορχήστρωσης… Αν θα έπρεπε να χαρακτηρίσω το ρυθμό της ζωής μου εκείνο τον καιρό, θα ΄λεγα ¨χωρίς ανάσα¨.
Μουσική φιλμ στο Λονδίνο, αρχαίες τραγωδίες στην Επίδαυρο, φωνοληψίες στην Αθήνα, περιοδείες στην Ελλάδα, θεατρικά έργα μέσα στην ίδια περίοδο (ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΛΗ, ΕΝΑΣ ΟΜΗΡΟΣ, ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ, ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ και ΜΑΓΙΚΗ ΠΟΛΗ, μόνο από το καλοκαίρι του 1962 ως το επόμενο καλοκαίρι του 1963), δημιουργία της Μικρής Ορχήστρας Αθηνών (1962).
Στην πολιτική, η κίνηση ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ και τέλος, στο αποκορύφωμα μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη, το Κίνημα των Λαμπράκηδων και η εκλογή μου ως Βουλευτού Πειραιώς (1964). Η πρώτη εκτέλεση του «Άξιον Εστί» τον Μάρτιο του 1964 στο REX συμπίπτει με τις εκλογές, στις οποίες πήρα μέρος κι εγώ, υποψήφιος Βουλευτής της ΕΔΑ στη Β΄Πειραιώς, στην έδρα του Γρηγόρη Λαμπράκη.
Το «Άξιον Εστί» το έπαιζα συχνά στο πιάνο απ΄το 1962 και πέρα, που εγκατασταθήκαμε στο σπίτι μας στη Νέα Σμύρνη. Θυμάμαι μια ξεχωριστή ακρόαση : ο Γιώργος Σαββίδης και η γυναίκα του η Λένα, μαζί τους νομίζω κι ο Λέων Καραπαναγιώτης, που θέλανε σώνει και καλά να το μαγνητοφωνήσουν. Πρέπει να υπάρχει αυτή η ταινία σε μεγάλο revox, που ζύγιζε πολλά κιλά και που το κουβάλησαν για το σκοπό αυτό. Εκτός και αν την έχει καταστρέψει ο σκόρος των παθών μας.

Πρόβα στο θέατρο ΡΕΞ (1964)

Δεν ήταν όμως μόνο οι δικοί μου προβληματισμοί που καθυστέρησαν τόσο πολύ την παρουσίαση του έργου. Ήταν κυρίως, θα΄λεγα, το γεγονός ότι δεν ήθελα να χάσω την επαφή μου με το μεγάλο κοινό, που περίμενε με πάθος, ποιο θα ήταν το επόμενο έργο μου. Πρωτομίλησα στον Πηλιχό απ΄τα 1960 κιόλας για το «Άξιον Εστί».
Στο μεταξύ, το κοινό που αγαπούσε τη μουσική μου πλήθαινε συνεχώς, μα προπαντός ωρίμαζε. Έργα, όπως ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ, έδειχναν καθαρά πως σκοπός μου ήταν να πάω πιο μακριά, σε νέες φόρμες μουσικές και σε αναζητήσεις ιδεολογικές. Πρέπει να πω ότι υπήρξε μεγάλη ζύμωση, χάρη –όπως τόνισα- στην ύπαρξη φωτισμένων δημοσιογράφων, που τους συγκαταλέγω πάντα μέσα στους βασικούς παράγοντες για την επιτυχία εκείνης της προσπάθειας. Στα 1962, με την ίδρυση της Μικρής Ορχήστρας Αθηνών, το κοινό μου, δηλαδή οι απλοί πολίτες, αρχίζουν να μυούνται στη συμφωνική μουσική. Δεν ήταν μια απλή επιθυμία μου να διευθύνω συμφωνικά έργα. Το έκανα γιατί θεωρούσα ότι η μύηση του απλού ακροατή στον συμφωνικό ήχο και τις συμφωνικές φόρμες ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να κατανοήσει έργα όπως το «Άξιον Εστί». Δηλαδή έντεχνα έργα κι από την άποψη του λόγου κι απ΄το πρίσμα του ήχου, που όμως έπρεπε να στηρίζονται γερά πάνω στη ζωντανή παράδοση, όπως την εξέφραζε εκείνη την εποχή ένα λαϊκό κοινό, ευαίσθητο, ευγενικό, διψασμένο για ομορφιά και αλήθεια, πράγματα που γεννούσαν μέσα του μια πρωτόφαντη ψυχική δυναμική. Έτσι, όταν έπεσε σαν σπόρος το «Άξιον Εστί», έπεσε μέσα σε πλούσιο και εύφορο χώμα.

Το Άξιον Εστί στο Θέατρο Κοτοπούλη 19-10-1964

Όταν από δικής μου πλευράς όλα ήταν έτοιμα –περί το τέλος του 1963- μίλησα στην Εταιρεία για τη δισκογράφηση. Και, ω! της μεγάλης εκπλήξεως, εκείνη είπε όχι! Τους λόγους (οικονομικούς; πολιτικούς;) τους παραμερίζω αυτή τη στιγμή. Τι να κάνω; Στο συμβόλαιό μου υπήρχε μια παράγραφος, που υποχρέωνε την Εταιρεία να δισκογραφεί ένα μεγάλο συμφωνικό μου έργο κάθε χρόνο. Έτσι είχε γίνει με τη ΣΟΥΙΤΑ Νο 1, που ηχογραφήθηκε στα 1961 στο Στρασβούργο με τον Σαρλ Μπρυκ και κυκλοφόρησε στην Αθήνα. Αργότερα ηχογραφήσαμε τις 2 ΣΟΝΑΤΙΝΕΣ για πιάνο, το ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ και το ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΡΑΝΟΣ. Έτσι, σχεδόν μπροστά στην πόρτα των δικαστηρίων, η Εταιρεία υποχρεώθηκε με βαριά καρδιά να δεχτεί την ηχογράφηση ενός έργου, που όπως αποδείχθηκε, θα γέμιζε τα ταμεία της. Για πολλούς αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το «Άξιον Εστί» έγινε το πιο εμπορικό από όλα μου τα έργα. Όχι όμως για μένα. Γιατί είχα δουλέψει επίμονα και σωστά προετοιμάζοντας το κοινό, έτσι που να μην μπορεί να πει κανείς αν το κοινό εκείνου του καιρού ήταν άξιον του έργου ή το έργο άξιον του κοινού. («Άξιον το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ σου», μου έγραψε ο Γεώργιος Παπανδρέου, όταν άκουσε το δίσκο. «Όμως ανάξιο να ανήκεις στην παράταξη εκείνη που αρνείται την Ελευθερίαν, την οποίαν υμνείς»).


ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ / ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ / ΓΡΑΜΜΑΤΑ / ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ: Προσπάθησα να βρω μια χορωδία που να τραγουδά όσο γίνεται πιο απλά. Η Θάλεια Βυζαντίου κατανόησε ευθύς το έργο και την πρόθεσή μου αυτή. Ο Χορός ήταν ο οποιοσδήποτε. Ήταν οι φωνές οι συνηθισμένες, όταν τραγουδούσαν σε παρέες όλοι μαζί. Γιατί θα πρέπει να πω εδώ, ότι εκείνη την εποχή τύχαινε ν΄ακούω τραγούδια μου σε υπέροχες εκτελέσεις, όχι μόνο στις ταβέρνες και στις συγκεντρώσεις, αλλά τη νύχτα σε καντάδες στους σκοτεινούς δρόμους, ιδιαίτερα στην επαρχία, όπου οι τραγουδιστές ήσαν δεκάδες. Έτσι θα μου μείνει αξέχαστη μια βραδιά στο Αγρίνιο, στα 1966, που μετά από κάποια συνεστίαση, βγαίνοντας από το εστιατόριο, βρεθήκαμε μπροστά σε μια παρόμοια συντροφιά, που τραγουδούσε χορωδιακά το ΡΟΔΟΣΤΑΜΟ. Αξέχαστο είναι επίσης για όσους ζήσαμε στον Ωρωπό, κάποιο βράδυ, που καθώς το φεγγάρι πρόβαλε σαν ένα τεράστιο ταψί μέσα από το πέλαγο, πιαστήκαμε χέρι χέρι όλοι οι εξόριστοι και βαδίζοντας προς τη θάλασσα, κοιτώντας το φεγγάρι, αρχίσαμε αυθόρμητα να τραγουδάμε το Ο ΚΗΠΟΣ ΕΜΠΑΙΝΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ.

Στα 1964 η φωνή του Μπιθικώτση βρισκόταν στον κολοφώνα της. Κάναμε αμέτρητες πρόβες στο γραφείο μου στη Νέα Σμύρνη, μαζί και οι τέσσερις πιστοί μουσικοί μου, ο Λάκης Καρνέζης, ο Κώστας Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Διδίλης και ο Βαγγέλης Παπαγγελίδης. 
Τη μέρα που γράφαμε τα τραγούδια του «Άξιον Εστί» στο στούντιο της Κολούμπια, θυμάμαι πως είχε έρθει κάποιο σχολείο κι εγώ είπα στα παιδιά να καθίσουν στο πάτωμα ήσυχα να παρακολουθήσουν τη φωνοληψία. Οι άλλοι δεν ήθελαν από φόβο μήπως γίνουν θόρυβοι, όμως εμένα μου άρεσε που το ΕΝΑ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ θα γραφόταν οριστικά πάνω στο δίσκο με φόντο την ανάσα και τα χτυπήματα της καρδιάς των παιδιών. Μπορεί να μην ακούγονται. Όμως ποιος δεν θα αισθάνεται;
Στην Κολούμπια γράψαμε μόνο τον Μπιθικώτση και τη Λαϊκή Ορχήστρα. Για τα υπόλοιπα, ορχήστρα, χορωδία, βαρύτονος και «αρχαίος χορός» (απαγγελία), η Εταιρεία αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το κινηματογραφικό Στούντιο Άλφα. Πρέπει να πω ότι στη Κολούμπια όλες τις εγγραφές τις έκανε ο υπέροχος ηχολήπτης Κανελόπουλος, ενώ στο Άλφα συνεργάστηκα με τον Δεσποτίδη σε άθλιες συνθήκες, γιατί αυτός δεν μας έβλεπε. Ήταν ψηλά σ΄ένα καμαράκι. 
Και το χειρότερο, η εγγραφή δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο επάνω στο λεγόμενο περφορέ, δηλαδή στο ηχητικό μέρος του φιλμ. Η χορωδία τραγουδούσε play back επάνω στην ηχογράφηση της Κολούμπια. Δεν υπήρχαν ακουστικά. Ο ήχος έβγαινε μέσα από ένα μεγάφωνο, με αποτέλεσμα ο συντονισμός να γίνεται προβληματικός, καθώς οι χορωδοί δεν άκουγαν καλά. Άλλωστε αυτές οι αδυναμίες φαίνονται καθαρά στο τελικό αποτέλεσμα.

Μάνος Κατράκης, Γρηγόρης Μπιθικότσης, Θεόδωρος Δημήτριεφ

Ο βαρύτονος –τον αποκαλώ Ψάλτη- επιλέχτηκε μέσα από τους ηθοποιούς του χορού του ΑΙΑΝΤΑ, μιας και είχαμε συνεργαστεί και τους γνώριζα έναν-έναν. Διάλεξα τον Θόδωρο Δημήτριεφ και παράλληλα χρησιμοποίησα ολόκληρο το Χορό στις ομαδικές απαγγελίες που ηχογραφήθηκαν με την άμεση επίβλεψη του Ελύτη.

Στη Βουλγαρία, στο Burgas ο Μ. Θεοδωράκης διευθύνει το 'Άξιον Εστί"












Από τη συναυλία του «Άξιον Εστί» στο Λυκαβηττό 1977


Ο Γρηγόρης Μπιθικότσης μιλάει για το Άξιον Εστί
Κλικ στη φωτογραφία για μεγέθυνση














Μερικά κείμενα είναι από το επίσημο σάιτ του Μίκη Θεοδωράκη ΕΔΩ
Επιμέλεια-Παρουσίαση: Χρήστος Ζουλιάτης