Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: Μοντερνιστής και καταιγιστικός / Ο ποιητής ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ συζητάει μαζί του

Συζητώντας για τους ποιητές μας / Ο ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Του ποιητή Γιώργου Μπλάνα*
Ας αφήσουμε στην άκρη επιτέλους τον κοινωνικό αγωνιστή Γιάννη Ρίτσο. Ας μην σκιάσουμε την εικόνα της ποίησής του με το καλοπροαίρετο αίτημα για έναν ακόμα εθνικό ποιητή, όπως κάποτε σκιάστηκε από την κακόβουλη αναγκαιότητα ενός αντεθνικού ποιητή. Αυτά τα πράγματα έχουν κριθεί, για όσους διαθέτουν κρίση. Ας θεωρήσουμε τις προκαταλήψεις, που συνεχίζουν να τριγυρίζουν το έργο του, ως αυτό που είναι: αστειότητες. Έγραφε πολύ, το έργο του είναι άνισο, έβαλε την πολιτική στην ποίηση, αφηνόταν εύκολα σε συναισθηματισμούς, δεν καταδίκασε τον σταλινισμό, άργησε να ωριμάσει ποιητικά, και ποιος ξέρει τι άλλο, κατά τη διάθεση και το έργο των απολογητών τής -επί του παρόντος λιγότερο επιζήμιας για τα συμφέροντά τους- ιστορικής στιγμής. Και αυτά τα πράγματα έχουν κριθεί, για όσους διαθέτουν κρίση.
Ας ασχοληθούμε επιτέλους με αυτό που κατ’ ουσίαν υπήρξε: ένας καταιγιστικός ποιητής, ο οποίος αφομοίωσε την ενέργεια της θύελλας του μοντερνισμού και την διοχέτευσε στην ελληνική γλώσσα, με φιλόδοξες προθέσεις και εντυπωσιακά αποτελέσματα. 



Ο Γιάννης Ρίτσος εμφανίστηκε επίσημα στα γράμματα το 1934 με τη συλλογή «Τρακτέρ», που περιείχε ποιήματα γραμμένα ανάμεσα στο 1930 και την χρονιά της έκδοσης. Ο τίτλος του βιβλίου ήταν για τα ποιητικά δεδομένα της εποχής μια καινοτομία σκανδαλιστική. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τον πρώτο μοντερνιστικό τίτλο βιβλίου, μετά το Θείο Τραγί του Γιάννη Σκαρίμπα, ενός πρωτοπόρου συγγραφέα με τον οποίον είχε από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 στενή σχέση ο Ρίτσος. Προφανώς, ο τίτλος Τρακτέρ είναι φουτουριστικός. Γνωρίζουμε πως το ιταλικό καλλιτεχνικό κίνημα του φουτουρισμού απέρριπτε οτιδήποτε παλιό, το ίδιο το παρελθόν με την αφόρητη στασιμότητά του.
Οι φουτουριστές λάτρευαν την αναπτυσσόμενη τεχνολογία, ως αντιστάθμισμα στη συναισθηματική φυσιογραφία των συμβολιστών. Γι’ αυτό τα καλλιτεχνήματά τους έσφυζαν από στρεβλά γεωμετρικά σχήματα, που διαπλέκονταν, δημιουργώντας ρευστές μορφές. Η ρευστότητα, ιδίως, και η λατρεία της τεχνολογίας, συνέδεσαν τον ιταλικό φουτουρισμό με τον ρωσικό. Οι Ρώσοι καλλιτέχνες υπήρξαν ακόμα πιο προκλητικοί απέναντι στο παρελθόν και ακόμα πιο τολμηροί στις γραμμές τους. Ωστόσο, τα έργα τους είχαν ένα στοιχείο δραστικά ανθρωπιστικό, σε αντίθεση με το υποκρυπτόμενο στη λατρεία του ήρωα θεολογικό στοιχείο του ιταλικού φουτουρισμού. Για τους Ρώσους πρωτοπόρους, η τεχνολογία είχε χαρακτήρα εργασιακό, χωρίς ωστόσο να μπορούν ν’ αποφασίσουν αν η Ιστορία δρομολογείται από το δημιουργικό υποκείμενο ή από την οργανωτική επιβολή του εργοταξίου.

Ο φουτουρισμός του Γιάννη Ρίτσου - που αποτελεί την πρώτη πηγή και το πρώτο συστατικό στοιχείο της ποίησής του - χαρακτηρίζεται από έναν ιδιότυπο μελλοντισμό, ο οποίος καλύπτει τη ρωγμή που συντηρούσε η αμηχανία των Ρώσων. Ο Ρίτσος πλήρως ενήμερος -όπως δείχνει το έργο του- των προβλημάτων της έκφρασης σε μια ιστορική περίοδο μεταμόρφωσης των ιδεών, συλλαμβάνει την εξέχουσα σημασία της ρευστότητας ως δυναμικού πεδίου, που εκτείνεται μεταξύ των αποτελεσμάτων της δημιουργικής εργασίας του παρελθόντος και των αιτημάτων του δημιουργικού υποκειμένου, καθώς προσβλέπει στο μέλλον.
Το παρελθόν υφίσταται εντός των προταγμάτων του μέλλοντος. Η αξιολόγηση του παρελθόντος και του μέλλοντος έχει χαρακτήρα πρακτικό, «οικιακό» θα μπορούσαμε να πούμε - ενθυμούμενοι τη θεμελιακή για τον υπαρξισμό θέση του Μάρτιν Χάιντεγκερ. Στον Ρίτσο, η Ιστορία δεν έχει αφηρημένο χαρακτήρα. Τα γεγονότα δεν αντλούν την αξία ή απαξία τους από κάποιο λίγο ως πολύ καθορισμένο σχήμα
ορθολογικής ανάπτυξης, όπως υπαινίχθη ο Μαρξ και δήλωσε απερίφραστα ο Βέμπερ, παραμένοντας εντεύθεν των συνόρων της θεολογίας της Ιστορίας. Δεν υπάρχει πια καμιά «ανθρωπότητα» χρεωμένη με την ιστορική εντελέχεια. Ούτε, φυσικά, κανένα αφηρημένο «έθνος». Υπάρχει μόνον ο κόσμος και οι κάτοικοί του. Η κατοίκηση του κόσμου πραγματοποιείται με τις καθημερινές δραστηριότητες. Η συνείδηση του κατοικείν συνίσταται στην εμπειρία των αντικειμένων, που φέρουν τα σημάδια της ήδη κατατεθειμένης πνευματικής και σωματικής εργασίας. Το μέλλον θα έρθει κυρίως ως φυσική απόρροια όσων οι άνθρωποι ενέθεσε στον περιβάλλοντα κόσμο. Από αυτή την άποψη, ο Ρίτσος διαβάζει την ποίηση του Καρυωτάκη σαν να ήταν μια ολοκληρωμένη μοντέρνα ποίηση, η οποία αντιπαραθέτει το καθημερινό υποκείμενο, που απλά θέλει να ζήσει, στο υποκείμενο μιας επίπλαστης παρακμής – όχι μιας πραγματικής παρακμής, που δεν υπήρξε ποτέ. Οι εικόνες του Καρυωτάκη (ξεχαρβαλωμένες κιθάρες, περίεργες αντένες, πρόσωπα βουβά μέσα σε εικόνες, τερέν του παραδείσου) δεν είναι εικόνες παρακμής, αλλά εικαστικές μεταμορφώσεις της εικόνας του κόσμου ενώπιον της συνολικής ριζοσπαστικοποίησης των αρχών του 20ού αιώνα. Οι μεταμορφώσεις αυτές εξάγουν από την ιστορική μνήμη το πλέον εμμενές στοιχείο της: την καθημερινή δραστηριότητα που κρυσταλλώνεται σε γλωσσικά σχήματα. Κάποτε ξεχαρβαλωνόμαστε, κάποτε στήνουμε αντένες, για ν’ ακούσουμε τα ανήκουστα, κάποτε λέμε κοίτα πώς σε κοιτάζει η μάνα σου από τη φωτογραφία, κάποτε λέμε πως ο παράδεισος είναι για τους εκλεκτούς. 

Η συλλογική μνήμη της γλώσσας αποκαλύπτει το σχήμα του κόσμου. Ο Ρίτσος παρέλαβε από αυτό το σημείο τον Καρυωτάκη και προχώρησε αντιλαμβανόμενος τον φουτουρισμό ως διαμόρφωση του μέλλοντος στη βάση του συλλογικού βιώματος που καταδεικνύει η γλώσσα. Γι’ αυτό ο τίτλος του πρώτου βιβλίου του είναι «Τρακτέρ». Γιατί το άκουσμα και μόνο αυτής της λέξης στρέφει τη σκέψη μας στον οδηγό, και σαν να βλέπουμε μπροστά μας την υγρή γη κολλημένη στα ελαστικά: μια εικόνα καθόλου άσχετη με την σχεδόν ντανταϊστική καρυωτακική εικόνα των οπαδών του θεού, που παίζουν κρίκετ στα τερέν του παραδείσου... 

Να μια φουτουριστική εικόνα από το «Τρακτέρ»: Υπεραξίας υδρατμοί τυφλώνουμε το φως•/ στον ανθοκάλυκα της γης βόσκει μονάχα η κάμπη•/ πέτρα του κόσμου ο εγκέφαλος κι απόμεινε κουφός/ στον ύμνο του ήλιου που γελούν οι σμαραγδένιοι κάμποι.
Τεχνική ανάπτυξη (οι υδρατμοί της υπεραξίας είναι η καπνιά των εργοστασίων βεβαίως) άνθρωπος και ανθρώπινο περιβάλλον (μια στυλιζαρισμένη αποπροσωποποίηση της γης – ανθοκάλυκας/κάμπη) περιέρχονται σε μιαν εφιαλτική κατάσταση, όπου η έδρα της συνείδησης αδυνατεί να επιτελέσει το στοιχειώδες ενέργημα της πρωτογενούς απόλαυσης του οίκου της. Είναι φανερή η παρουσία του Καρυωτάκη στον λυρικό - και γι’ αυτό ειρωνικό - τύπο «κάμπη», αλλά και στην αντίθεση ανάμεσα σε μια παράδοξη εικόνα καταστροφής και μια τυπικά «ποιητική» εικόνα της φύσης. Αλλά στον Ρίτσο αυτού του τετράστιχου, το αδιέξοδο (εμπρός ένα μέλλον τολμηρών ιερεμιάδων - πίσω ένας στυλιζαρισμένος συμβολιστικός μαρασμός του κόσμου) της ίδιας της εικόνας. Η ρευστότητα διεκδικεί ρόλο. Καθώς η κάμπια έρχεται να συμβληθεί με τους κάμπους και το φως με την κωφότητα, η διαλεκτική σύλληψη του πραγματικού ανοίγει άπειρες οπές στο σώμα των ιδεών. 

Το πρώτο αυτό στοιχείο, η φουτουριστική τεχνική, θα ακολουθήσει τον ποιητή μέχρι και τα τελευταία του έργα. Οι εφαρμογές κυμαίνονται, από την σχεδόν αυτόματη ενόραση (τα ψάρια που βγάζουν το κεφάλια τους από το νερό σαν μικροί ασημένιοι ρόμβοι) και τον εικαστικό συνειρμό (ο γλόμπος του κρατητηρίου, με τον οποίον πιάνει κουβέντα, και ο οποίος αιωρείται εφιαλτικά ασάλευτος, όπως εκείνος ο τρομερός γλόμπος στην Γκουέρνικα του Πικάσο), μέχρι τον κατεξοχήν ποιητικό κρύσταλλο: «Στη γωνιά της κάμαρας, ένα αλέτρι συλλογισμένο περιμένει τ’ όργωμα», γράφει στο Καπνισμένο Τσουκάλι, ένα έργο στο οποίο τα μοντερνιστικά εγχειρήματα τελούνται με μιαν άνεση σχεδόν παρεξηγήσιμη. Αυτή η εικόνα, παρά την αναφορά της στην κλειστή αγροτική κοινωνία της παράδοσης, δείχνει πως η ποιητική φαντασία του Ρίτσου είναι ένα μέρος όσων συνέβησαν μετά το 1990 στην παγκόσμια τέχνη. Η παρατήρηση πως το αλέτρι, λόγω σχήματος, μπορεί να θυμίζει άνθρωπο σε βαθύ στοχασμό, απαιτεί ουσιαστική γνώση της λογικής των καλλιτεχνικών κινημάτων της avant-garde. Σαν να λέμε, χρειάζεται φαντασία κυβιστική, κονστρουκτιβιστική, βορτικιστική, φουτουριστική, υπερρεαλιστική, για να «δει» αυτή τη μεταφορά. Επιπλέον, το αλέτρι που περιμένει το όργωμα, διαθέτει μια ρευστότητα (μέσα στην στοχαστικότητά του) που θυμίζει το θρυλικό γλυπτό του Ιταλού φουτουριστή Umberto Boccioni Μοναδικές Μορφές Συνέχειας στον Χώρο (μια μορφή που τρέχει, με όλα τα μέλη της ρευστά, σαν παρμένα από τον άνεμο), λέει αυτό που επεσήμανε ο Μάρτιν Χάιντεγκερ για τον πίνακα του Βαν Γκογκ που απεικονίζει ένα ζευγάρι αρβύλες σ’ έναν αχυρώνα: «Αυτές οι αρβύλες δεν είναι αρβύλες, είναι ο μόχθος του αγρότη». 

Και, ξαφνικά, εκεί που ο μοντερνιστής Ρίτσος -έστω και στο προαποφασισμένο περιβάλλον της επιλεγόμενης εισόδου του μοντέρνου στην Ελλάδα- φαίνεται να προσανατολίζεται σταθερά προς την ρωσική avant-garde, εκδίδει τον Επιτάφιο, ένα μοιρολόγι σε ομοιοκατάληκτα δίστιχα. Βέβαια, καθώς οι ποιητές εκείνης της εποχής συναγωνίζονταν ποιος είναι ο πιο μοντέρνος, ο Επιτάφιος θεωρήθηκε μια υποχώρηση προς την παράδοση. Ο Ρίτσος δεν φάνηκε ν’ ανησυχεί. Και σωστά δεν ανησύχησε. Το μοιρολόγι αυτό απέδειξε πως η ποιητική κατάρτιση του δημιουργού του ξεπερνούσε κατά πολύ την κατάρτιση οποιουδήποτε άλλου ποιητή της γενιάς του. Τρομερή επιδεξιότητα στον χειρισμό του ρυθμού, απόλυτη γνώση της γραμματικής του δημοτικού τραγουδιού, απλή στα σχήματά της θεατρικότητα και λεπτομερής επεξεργασία των συναισθημάτων, είναι μόνο μερικές από τις αρετές του συνθέματος αυτού, που κατεργάζεται κάθε ισχυρό εκφραστικό στοιχείο, από τον Ερωτόκριτο και το δημοτικό τραγούδι μέχρι τον Σολωμό και τον Βάρναλη. Παράλληλα, εγκαθιστά τα λεκτικά σχήματα και τη συναισθηματική διαύγεια της λαϊκής ποιητικής δημιουργίας στο κέντρο της συνείδησης του μοντερνιστή Ρίτσου, σχηματίζοντας τη δεύτερη πηγή, το δεύτερο συστατικό στοιχείο της ποίησής του. Δεν υπήρξε εκφραστικό σχήμα του δημοτικού τραγουδιού που να μην το αξιοποίησε σε έργα ακραιφνούς μοντερνισμού - παρά το παραδοσιακό, ας πούμε, θέμα τους - όπως η Ρωμιοσύνη.
Ιδού τρεις δημοτικοί στίχοι: Οι κλέφτες επροσκύνησαν και γίνηκαν ραγιάδες,/ κι άλλοι φυλάγουν πρόβατα κι άλλοι βοσκούνε γίδια,/ κι ένα μικρό κλεφτόπουλο δεν θέ’ να προσκύνηση. 
Και ιδού τρεις στίχοι από τη Ρωμιοσύνη: Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα,/ με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός,/ και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα...
Γνήσια λαϊκή αμεσότητα σ’ ένα ποίημα ουλτραϊστικό. Γιατί, αν ξεχάσουμε, ως οφείλουμε, τους κακόβουλους κοινωνικούς αυτοματισμούς που σωρεύτηκαν στη μεγάλη φήμη του, θα πρέπει να παραδεχθούμε πως η μοντέρνα ποίησή μας δεν διαθέτει πολλά ποιήματα με τόσο πρωτοποριακή εικονοπλασία. 

Ο Ουλτραϊσμός, λοιπόν, ο γιγαντισμός, αποτελεί την τρίτη πηγή, το τρίτο συστατικό στοιχείο της ποίησης του Ρίτσου. Η λατρεία των πρωτοπόρων ποιητών του 20ού αιώνα για τον γιγαντισμό χαρακτηριζόταν από μια ευρύτητα σπάνια για ποιητική τεχνική. Ο Μαγιακόφσκι στη Ρωσία, ο Λόρκα στην
Ισπανία, Ο Νερούντα στη Λατινική Αμερική, ο Απολινέρ στη Γαλλία. Ποιητές που δεν επικοινωνούσαν απαραίτητα μεταξύ τους, θέλησαν να εξοικειώσουν τον αναγνώστη με τον γιγάντιο χαρακτήρα του κόσμου, αφού στο εξής οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να ζήσουν παρά μέσα στην τρικυμία της απελευθέρωσης των δυνάμεων της φύσης και της σκέψης. 
Ο Ρίτσος έχει διαφορετικό χρώμα από τους ποιητές αυτούς. Μόνο με τον Νερούντα έρχεται κοντά, καθώς κάποιο στοιχείο εντοπιότητας, σύνδεσης του τοπίου με την ελευθερία της συνείδησης, χαρακτηρίζει -για ιστορικούς λόγους- τόσο τη βαλκανική όσο και τη λατινοαμερικανική ευαισθησία και τη Λατινική Αμερική. Ο Μαγιακόφσκι διογκώνει τα στοιχεία του κοινωνικού περιβάλλοντος και της φύσης, τους δίνει ψυχή, για να έρθει σε σύγκρουση μαζί τους. Ο Λόρκα τα μεγαλώνει, για να εντοπίσει μέσα τους το ανθρώπινο στοιχείο, ενώ ο Απολινέρ για να τα ειρωνευτεί, όταν παρομοιάζει τον Πύργο του Άιφελ με βοσκοπούλα, που βγάζει στη βοσκή τα μεταλλικά πρόβατά της. 

Ο Ρίτσος, ποιητής με ανάλογη δύναμη και -κυρίως- χειραφέτηση από το ιδεοληπτικό μόρφωμα της ελληνοχριστιανικής παράδοσης, παρουσιάζει τη δική του εκδοχή του γιγαντισμού. Ο ήλιος μας γνέφει καλημέρα με όλα τα φύλλα των δέντρων. Ο ουρανός λάμπει με φλάμπουρα. Τεράστια σε μέγεθος φυσικά στοιχεία, εκφράζονται μέσω μικρών αντικειμένων. Ο Ρίτσος χωράει το τεράστιο μέσα στο ελάχιστο, για να διογκώσει το συναίσθημα που μας προσφέρει. Αν όλος ο ήλιος βρίσκεται μέσα σε ένα φύλλο, τότε η αίσθηση της λιακάδας είναι μεγάλη όσο το σύμπαν. Τρομερή επινόηση. Επινόηση μοναδική σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην ελληνική γλώσσα, μόνο ο Σολωμός κατάφερε να επινοήσει μερικά τέτοια πράγματα.

Φουτουρισμός, λοιπόν, λαϊκό τραγούδι και γιγαντισμός, είναι οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά στοιχεία της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου. Μα δεν σταμάτησε ποτέ να αφομοιώνει, να επεξεργάζεται, αλλά και να επινοεί ποιητικά σχήματα. Μόνο τα μικρά ποιήματά του, με το στοιχείο του παραλόγου, φτάνουν να κάνουν έναν ολοκληρωμένο ποιητή τού μετά το 1968 κόσμου, χωρίς να λείπουν και οι εκπλήξεις, που ακόμα και σήμερα διαθέτουν πολλά πρωτοποριακά στοιχεία, εκθέτοντας όλους εμάς που προσπαθούμε να γράψουμε ποίηση ταιριαστή με την εποχή μας.

*Ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας (facebook) γεννήθηκε το 1959 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Από το 1987, έχει εκδώσει 10 ποιητικά βιβλία –με τελευταίο το Στασιωτικά [51-100]- και πλήθος μεταφράσεων σύγχρονων, κλασικών και αρχαίων έργων Σύμφωνα με την κριτική, η νέο-ρομαντική ποίησή του χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα επιμελημένη γλώσσα, στοχαστικό βάθος και βιβλική πνοή.
Δημιουργεί μοντέρνας σύλληψης έργα, μεγαλόπνοα και φιλόδοξα εγχειρήματα, τα οποία υπερβαίνουν κάθε προηγούμενη παράδοση και προσεγγίζουν μεταμοντέρνες πρακτικές υπέρβασης των ορίων και των στεγανών μεταξύ των διαφόρων ειδών λόγου, επιχειρώντας να ξαναγράψει την ιστορία έτσι, όπως αυτός την αντιλαμβάνεται και με διάθεση παρηγορητική απέναντι στα δεινά του σύγχρονου ανθρώπου.


Επιμέλεια κειμένων και φωτογραφίες: Χρήστος Ζουλιάτης

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016

«Ο Μικρός ΗΡΩΣ» / Ο σούπερμαν του πατριωτισμού αλλοίωσε, ίσως, το νόημα της πραγματικής Κατοχικής Αντίστασης των νέων.

ΘΥΜΑΜΑΙ τον πατέρα μου να με φωνάζει «Παιδί Φάντασμα», λόγω της εμμονής μου να διαβάζω «Μικρό Ήρωα» και συγχρόνως η ίδια παραίνεση «διάβασε και κανένα βιβλίο»... Κι εγώ διάβαζα το βιβλίο της ιστορίας για τον Κολοκοτρώνη και τον Μεγαλέξαντρο αλλά μέσα, πολλές φορές, έκρυβα τον «Μικρό Ήρωα» κι έκανα πως, τάχαμου, διαβάζω. Και πιο μέσα, μέσα μου, έκρυβα τον ήρωα Γιώργο Θαλάσση και έψαχνα την δική μου Κατερίνα. Παιδικοί ηρωισμοί που μ' αυτούς ανδρωθήκαμε και γαλουχηθήκαμε, ίσως, χωρίς να έχουμε διαβάσει την πραγματική αντίσταση της νεολαίας στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής, που και τα σχολικά βιβλία, σκοπίμως μας έκρυβαν. Είχαμε αφεθεί στους ηρωισμούς του Γιώργου, της Κατερίνας και του καθυστερημένου Σπίθα. Όμως δεν ήταν έτσι και, ευτυχώς, το καταλάβαμε νωρίς. 
Επιμέλεια κειμένων-Παρουσίαση: Χρήστος Ζουλιάτης



«Ο Μικρός ΗΡΩΣ», λοιπόν, των παιδικών μας χρόνων έχει μπει πια στο χρονοντούλαπο της λήθης και δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο έπαιξε θετικό ρόλο, στις μετεμφυλιακές γενιές, στο να διαμορφώσει,  φιλικά αισθήματα και φιλικές διαθέσεις για τις Αντιστασιακές Οργανώσεις, αυτές που έδρασαν πραγματικά κατά του κατακτητή, αφού ο συγγραφέας του Μικρού Ήρωα, Στέλιος Ανεμοδουράς,
Στέλιος Ανεμοδουράς
αποφεύγει να τις αναφέρει και καλύπτεται πίσω από την ορολογία «Πατριωτικές Οργανώσεις», ενώ σχεδόν σε όλη την Ευρώπη οι Αντιστασιακές Οργανώσεις απολάμβαναν εκτίμησης, σεβασμού και κρατικών τιμών, στην Ελλάδα, ειδικά την δεκαετία του '50, βρίσκονταν υπό διωγμό, ακόμα και η απλή αναφορά στη λέξη «Αντίσταση» σε κατέτασσε στους ηττημένους. Την εικονογράφηση έκανε ο Βύρων Απτόσογλου.


Αν σε αυτά τα αναγνώσματα προσθέσουμε και τον κρατικό αποπροσανατολισμό, μέσω των «ιστορικών» βιβλίων του ΟΕΔΒ, καταλαβαίνουμε, πώς γαλουχήθηκαν, τουλάχιστον, τα παιδιά της γενιάς μου. Ακόμα, ο συγγραφέας του «Μικρού Ήρωα», ήταν υποχρεωμένος (;) να αποφεύγει αναφορές σε
Βύρων Απτόσογλου
Έλληνες προδότες επί Κατοχής, γιατί οι νικητές του εμφυλίου πολέμου ήθελαν να εξαλείψουν από την ιστορία κάθε αναφορά στους ταγματασφαλίτες, στους δοσίλογους, στους κουκουλοφόρους και στους κάθε λογής συνεργάτες των Γερμανών, γιατί όλοι αυτοί είχαν ενταχθεί στις γραμμές των νικητών και στη δεκαετία του πενήντα και αργότερα απολάμβαναν τα λάφυρα της νίκης τους σε βάρος των δυνάμεων της Αντίστασης εναντίον του κατακτητή. 

Ενδεικτικό της εποχής του '50 είναι και οι αναφορές στη Σοβιετική Ένωση, η οποία αναφέρεται Ρωσία και οι κάτοικοί της, από το ένα άκρο της στο άλλο, αναφέρονται εθνολογικά ως Ρώσοι. Και όταν ο Μικρός Ήρως, Γιώργος Θαλάσσης, το θρυλικό «Παιδί-Φάντασμα» αναλαμβάνει μια αποστολή σε ένα χωριό των Ουραλίων, διαπιστώνει πως οι δρόμοι του είναι «άθλιοι» και τα σπίτια του «πολύ παλιά» και γενικά επικρατεί μια εικόνα φτώχειας με ζητιάνους να τουρτουρίζουν μέσα στο κρύο. Το μήνυμα που περνιέται εδώ από τον Στέλιο Ανεμοδουρά είναι σαφές: «Παρουσιάζει ένα ζητιάνο στην πρώην Σοβιετική Ένωση γιατί, ανεξάρτητα από το πόσο πλούσιοι ή φτωχοί ήταν οι σοβιετικοί πολίτες, η ζητιανιά είχε εξαλειφθεί εντελώς και επομένως ο καθένας που θα έβλεπε έναν ζητιάνο θα καταλάβαινε πως κάτι δεν πάει καλά» (γράφει ο Προκόπης Κωφός).

Το γεγονός πως γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του '50, αναδύεται γενικότερα το κλίμα της εποχής του λεγόμενου «ψυχρού πολέμου», αλλά και ειδικότερα το κλίμα που επέβαλαν στη χώρα μας οι νικητές του εμφυλίου πολέμου.
Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει πάμπολλα παραδείγματα από τις «αποστολές» του Μικρού Ήρωα που για μένα εντάσσονται στην φλύαρη, ανούσια και αποπροσανατολιστική φιλολογία, για να μην πω παραφιλολογία.
Ας αναρωτιέται, λοιπόν, ο Λουλιανός Κηλαηδόνης «Που να 'σαι τώρα και σ' έχω χάσει, καλέ μου ήρωα Γιώργο Θαλάσση».
[πληροφορίες πήρα από το «Μπαούλα», ένα μπλογκ που ασχολείται με τον Μικρό Ήρωα].

«Ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΑΣ» - Στίχοι παρμένοι από το Ελεύθερο Θέατρο 
σε μουσική Λουκιανού Κηλαηδόνη
Τραγουδούν Λ. Κηλαηδόνης - Δ. Δημοσθένους - Η. Σάϊα
********************************************************************

Στο ιστορικό πρώτο τεύχος της μακρόβιας σειράς, σκιαγραφείται η προσωπικότητα των βασικών ηρώων και εξυφαίνεται το ντεκόρ της περιπέτειας. Ακόμα, μας πληροφορεί, πώς ο Γιώργος Θαλάσσης, το «ηρωικό Ελληνόπουλο» ξεκίνησε τη δράση του κατά των κατακτητών και πώς συνάντησε τον αχώριστο σύντροφό του Σπίθα, «το αδιάκοπα πεινασμένο παιδί με το καθυστερημένο μυαλό και τη μεγάλη καρδιά» και την Κατερίνα.
Αν θέλετε να διαβάσετε ολόκληρο το πρώτο τεύχος, κλικάρετε ΕΔΩ (είναι σε αρχείο pdf).
Αν θέλετε να αγοράσετε τα τεύχη του Μικρού Ήρωα και άλλα τινά αναγνώσματα κλικάρετε ΕΔΩ

Απ΄τις Εκδόσεις «Περιοδικός Τύπος», κυκλοφόρησε το δίτομο έργο, το «Λεξικό του Μικρού Ήρωα», του συγγραφέα-δημοσιογράφου Γιώργου Βλάχου και αποτελεί την πληρέστερη και λεπτομερέστερη καταγραφή ελληνικού περιοδικού που έχει γίνει έως σήμερα. Ο πρώτος τόμος περιέχει την πλήρη αλφαβητική καταχώρηση όλων των χαρακτήρων που πήραν μέρος και των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στα 798 τεύχη της πρώτης έκδοσης του περιοδικού. Ο δεύτερος τόμος περιλαμβάνει όλα τα εξώφυλλα του περιοδικού μαζί με την υπόθεση της περιπέτειας κάθε τεύχους. Επίσης, πλήθος άλλων στοιχείων, όπως ημερομηνίες έκδοσης του κάθε τεύχους αλλά και αναφορά των σημαντικότερων ιστορικών γεγονότων εκείνης της περιόδου.

Σ΄αυτό το έργο ο συγγραφέας Γεώργιος Βλάχος γράφει: «Μετά από πολλά χρόνια - κάπου μέσα στη δεκαετία του ’80- ξαναβρήκα τον Γιώργο Θαλάσση αναπάντεχα. Λιαζόταν στον πάγκο ενός πανηγυριώτικου παλαιοβιβλιοπωλείου, παρέα με άλλους ‘‘μικρούς’’ συναδέλφους του, που είχαν κάνει κι εκείνοι καριέρα την ίδια πάνω-κάτω εποχή με τον Γιώργο. Άλλος στις ζούγκλες, άλλος στα γήπεδα της Βραζιλίας, άλλος στο διάστημα κι άλλος στο μακρινό Ουέστ σαν καουμπόυ.
Έδειχνε να συζητούσαν μεταξύ τους σαν απόμαχοι για τις περασμένες καλές μέρες. Θα μιλούσαν ασφαλώς για τις παλιές κι αξέχαστες περιπέτειές τους.
Τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε…
Κοντοστάθηκα.
Δεν έδειξαν να μου δίνουν σημασία.
Διακόπτοντας βέβηλα την ηρεμία τους σήκωσα μερικά τεύχη από την ντάνα με τους ‘‘Μικρούς Ήρωες’’.
Άρχισα να τα ξεφυλλίζω περισσότερο από περιέργεια παρά από λαχτάρα…
Ανάμεσά τους θυμήθηκα, ξαναβλέποντάς τα, πολλά από εκείνα τα παλιά μας ‘‘ραντεβού’’. Ξεχώρισα μερικά τεύχη παρατηρώντας για αρκετή ώρα ένα-ένα τα εξώφυλλά τους χωριστά και όλα μαζί μετά.
Πώς είναι να ξεφυλλίζεις ένα παλιό Ημερολόγιο-Λεύκωμα, που ήταν για χρόνια κάπου καταχωνιασμένο; Σαν σελίδα παλιού Ημερολογίου στα μάτια μου το κάθε εξώφυλλο, η κάθε κιτρινισμένη σελίδα από εκείνα τα παλιά τευχάκια.
Οι μηχανισμοί της μνήμης άρχισαν να λειτουργούν πυρετωδώς.
Συνειρμοί…

Εικόνες μιας καθημερινής ζωής κάποιες δεκαετίες, πίσω.
Χειμαρρώδης παρέλαση από λεπτομέρειες, που ποτέ δεν είχα καταβάλει προσπάθεια να τις καταχωρίσω στη μνήμη. Λεπτομέρειες που ποτέ δεν είχα σκεφτεί να ανακαλέσω στα επίπεδα του συνειδητού δοκιμάζοντας τη σημαντικότητά τους.
Ανάκατα κι ασήμαντα γεγονότα, χωρίς καμιά χρονολογική σειρά. Η εικόνα στο εξώφυλλο όριζε με τον δικό της τρόπο τον τόπο και τον χρόνο.
‘‘Οργή Θεού!’’... Ο πρώτος ‘‘Μικρός Ήρως’’, που είχα αγοράσει με το χαρτζιλίκι μου!… Τεύχος 222!… Για δες, θυμόμουν ακόμα τον αριθμό του τεύχους!… ‘‘Ο Γκρίζος και ο Γαλάζιος’’!… Αυτό, το είχα διαβάσει, όταν είχα μείνει καμιά δεκαριά μέρες άρρωστος στο κρεβάτι! Αριθμός τεύχους 241… Και πάλι θυμόμουν τον αριθμό τεύχους!… ‘‘Πράκτωρ-Σύννεφο’’!… Το διάβασα στο δρόμο γυρίζοντας σπίτι κρατώντας στα χέρια μου το πρώτο μου πτυχίο… Το Απολυτήριο του Δημοτικού!… ‘‘Ο Κατάσκοπος-Φάντασμα’’, δεν μου το είχε επιστρέψει ποτέ ένας φίλος μου (θύμωσα μεταχρονολογημένα)… Ετούτο, μαζί με κάποια άλλα, μου τα είχε κάνει… ανάμνηση ο πατέρας μου, πριν προλάβω να τα διαβάσω… Να, αυτό δεν ήταν που το είχα διαβάσει κρυφά μέσα στο μάθημα;… Αυτό… Εκείνο… Το άλλο… Κι αυτό… Κι αυτό… Κι αυτό!…
Σε ποια εποχή βρισκόμουν;
Τα τεύχη ήταν εκεί μπροστά μου και με προκαλούσαν!…
Δεν μου υπόσχονταν τίποτα… Απαιτούσαν!
Τα πήρα όλα!
Τα διάβασα όλα!
Αλλά, μοιραία, με άλλο μάτι πια και με την αίσθηση ότι χρωστούσα κάτι στον παλιό καλό μου φίλο, τον Γιώργο Θαλάσση. Κάτι, που δεν έλεγε, ωστόσο, να πάρει συγκεκριμένη μορφή…».
[Δανεισμένο από «ΜΙΚΡΟΣ ΣΕΡΙΦΗΣ Club Φίλων»]



Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

ΓΙΟΒΑΝΝΑ / Ο «Άχρονος καιρός» και το ραντεβού που άργησε πενήντα χρόνια. Το να περιμένεις είναι το πιο δύσκολο.

«Όταν θελήσεις κάτι πάρα πολύ, το σύμπαν όλο θα συνωμοτήσει για να γίνει η επιθυμία σου πραγματικότητα.» και «Ό,τι συνέβη μια φορά, μπορεί και να μη συμβεί ποτέ ξανά. Αλλά αυτό που έχει γίνει δυο φορές, σίγουρα θα γίνει και τρίτη» Paulo Coelho



Κάποτε, πολλά χρόνια πριν, τότε που ο Φιντέλ με τον Τσε έμπαιναν ηρωικά στην Αβάνα, θυμάμαι, άκουσα απ΄το ραδιόφωνο ένα τραγούδι από το «Εδώ Πύργος, Ραδιοφωνικός Σταθμός Δυτικής Πελοποννήσου» και αναρωτήθηκα, ποια ήταν αυτή η φωνή που σαν γάργαρο νεράκι έτρεχε πάνω στο πεντάγραμμο και με τόση καθαρότητα κελαηδούσε τις νότες... Εγώ, «επαρχιώτης στην Ομόνοια», ιδέα δεν είχα τι γινόταν στην Αθήνα και τα ελαφρά τραγούδια ήταν έξω απ΄τα ακούσματά μου. Είχαμε μείνει στο «Μια βοσκοπούλα αγάπησα» και στα λαϊκά τραγούδια της «Columpia & His Master's Voice». Τα ελαφρά θεωρούνταν για πολύ κόσμο, τραγούδια της αστικής τάξης. Σωστό ή λάθος, μην το ψάχνετε.
Και ποιο ήταν αυτό το τραγούδι; «Αν θυμηθείς τ΄όνειρό μου». 
Ήταν η Γιοβάννα και το πρώτο τραγούδι της, που μαζί με τη «Μυρτιά» το δισκογράφησε σε ένα 45άρι. Ελαφρό ξεελαφρό, η αλήθεια είναι πως άκουγα κάτι διαφορετικό, κάτι καινούριο που έμπαινε μελωδικά στ΄αυτιά μου, σαν κουδουνάκια χριστουγεννιάτικα «Jingle Bells ... Jingle Bells».



Ήδη η Επανάσταση στην Κούβα είχε πετύχει και ο ραδιοφωνικός σταθμός των επαναστατικών δυνάμεων, «Ηavana Libre», δονούσε τα ερτζιανά με το «Nunca sabré», που δεν ήταν άλλο απ΄το τραγούδι «Αν θυμηθείς τ΄όνειρό μου», διασκευασμένο σε ρυθμό latin από τον «Μanuel and the Music of the Mountains». Αυτά τα μάθαμε πολύ αργότερα. (Διαβάστε --->ΕΔΩ την ιστορία).




Φαίνεται, όμως, πως και μέσα μου γινόταν, μια μικρή επανάσταση που ανέτρεπε τις μέχρι τότε μουσικές επιλογές της «Columpia & His Master's Voice». Πάει και ο Γαβαλάς, πάει και ο Περπινιάδης, πάει και η «Βοσκοπούλα», πάνε τα κοτσύφια πάνε και τα κοτσυφόπουλα... Στη θέση τους, με το πέρασμα του χρόνου και αποβάλλοντας από πάνω μου το Σαββοπουλικό «επαρχιώτης στην Ομόνοια», κρατώντας μόνο τα θετικά και την ταυτότητα του επαρχιώτη, έμπαιναν τα τραγούδια του Μίκη και αργότερα του Μάνου που θα κρατούσαν για πάντα την πρώτη θέση μέσα μου.

Έκτοτε, παρακολουθούσα την καλλιτεχνική πορεία της Γιοβάννας και δέσποζαν μέσα μου, τόσο η φωνή της, όσο και εκείνα τα γοητευτικά μεγάλα και εκφραστικά μάτια. Ήχος και Φως που με καθοδηγούσε στη μουσική μου στράτα. Μετά, μαθαίνοντας και για τα 150 κοντσέρτα που έδωσε με την τρίχρονη παραμονή της στην Σοβιετική Ένωση, καταστάλαξα μέσα μου και αυτό το κορίτσι φώλιασε στην καρδιά μου. Aργότερα, και για πολλά χρόνια, η μελωδική φωνή της χάθηκε απ΄τη δισκογραφία και το ραδιόφωνο. Την ανακαλύπτω, όμως, στο συγγραφικό της έργο και διαβάζοντας το «Άντε γεια», θαύμασα το ταλέντο της και στην Τέχνη της πεζογραφίας αλλά και της Ποίησης. Σας μεταφέρω ένα μικρό ποίημα από την τελευταία της ποιητική συλλογή («Άχρονος καιρός»-2016) που με εντυπωσίασε, διακρίνοντας στους στίχους βιώματα, ίσως, απ΄τη ζωή της. Απαγγέλλει η ίδια, σε μουσική Γιώργου Καγιαλίκου: 



«Ίσως να φταίει που δεν σκάρωσα ένα όνειρο
για να κυνηγήσω.
Που άφησα τους δείκτες 
να χαράζουν δρομολόγια
χωρίς να με ρωτήσουν.
Μπήκα και βγήκα από άλλα κτίρια,
από μπαρ
με την compact μουσική 
να μαχαιρώνει τις φλέβες μου.
Πέρασα από αγορές,
από ενοικιάζεται,
από γκράφιτι με γλώσσες ξεδιάντροπες.
Από σ΄αγαπώ
φωτιά και αέρας.
Πέρασα κι από τα κοιμητήρια
με τους λαιμούς των σταυρών να τεντώνονται
να δουν να περνάει έξω από την μάντρα
η ζωή.
Σπουργίτι στη χούφτα μου ο χρόνος.
Ε, και;
Γελάω»!!!!

Τον τελευταίο καιρό, λες και η ιστορία θέλει να ολοκληρώσει τα ραντεβού που δεν έγιναν τότε, όλο και πιο συχνά συναντιόμαστε σε διάφορες μουσικές εκδηλώσεις και μας κάνει την τιμή να είμαστε στην παρέα της. Ένας ζεστός, φιλικός, προσιτός και οικείος άνθρωπος, όπως την είχα φανταστεί, που σε κερδίζει απ΄την πρώτη στιγμή με τον καλό της λόγο και την γλυκύτητα του προσώπου της.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ το βιογραφικό της από το προσωπικό της σάιτ.
Η Ιωάννα Φάσσου Καλπαξή (Γιοβάννα), γεννήθηκε στην Αμαλιάδα. Eίναι κόρη του γνωστού ζωγράφου Κώστα Φάσσου από την Αροανία Καλαβρύτων. Από μικρό παιδί τραγουδούσε. Στα 8 της χρόνια, άρχισε πιάνο και μπαλέτο ενώ ήτανε μέλος παιδικής χορωδίας. Στα 14 άρχισε να παίρνει μαθήματα όπερας, στο Ωδείο Αθηνών. Παράλληλα, και με το ψευδώνυμο Γιοβάννα, άρχισε να κάνει εκπομπές στο ελληνικό ραδιόφωνο. Πριν ακόμα πάρει το δίπλωμά της, εμφανίστηκε ως πρωταγωνίστρια, στην οπερέτα «Κορυδαλλός» του Λέχαρ, κερδίζοντας τη θέση γι αυτό, ανάμεσα σε 50 διπλωματούχες.
Τον επόμενο χρόνο πήρε το δίπλωμά της με άριστα και βραβείο ενώ, παράλληλα, κέρδιζε την κρατική υποτροφία για ανώτερες σπουδές στη Ρώμη. Δεν τις έκανε ποτέ γιατί η υποτροφία αυτή, κατά έναν περίεργο τρόπο δόθηκε στον τρίτο επιτυχόντα του διαγωνισμού. Έτσι, γύρισε τη πλάτη της στην όπερα και μπήκε στο επαγγελματικό ελαφρό τραγούδι. Δεν το μετάνιωσε ποτέ. 

Έλαβε μέρος σε όλα σχεδόν τα ελληνικά φεστιβάλ του είδους μέχρι το 1969 (Αθήνα και Θεσσαλονίκη). Πρώτη της εμφάνιση ενώπιον κοινού: Οκτώβριος 1959 στο 1ο φεστιβάλ ελαφρού τραγουδιού. Έλαβε πολλές φορές μέρος στα φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποσπώντας κάθε φορά και βραβείο.

Διεθνή Φεστιβάλ: Η αρχή έγινε το 1962, με το φεστιβάλ στο Sopot, της Πολωνίας. Ανάμεσα σε 24 κράτη κέρδισε το Α’ βραβείο, με το τραγούδι των Μ.Πλέσσα και Κ. Κινδύνη «Τι κρίμα». Μετά τη βράβευση δεν γύρισε στην Ελλάδα. Πήγε στη Σοβιετική Ένωση όπου με 35μελή ορχήστρα και διευθυντή τον Μίμη Πλέσσα, έκανε 50 κοντσέρτα. Συνολικά έδωσε 150 κοντσέρτα κατά τη μακρόχρονη παραμονή της στην ΕΣΣΔ.
Η επιτυχία της ήτανε τεράστια. Έγινε είδωλο. Η προσέλευση του κοινού ήτανε κατά χιλιάδες. Τα κοντσέρτα της, με τηλεοπτική κάλυψη, μεταδίδονταν ζωντανά σ' όλη τη ΕΣΣΔ. Οι δίσκοι της (γυρισμένοι στα σοβιετικά στούντιο) πουλήθηκαν κατά εκατομμύρια. Στη περιοχή της Τιφλίδας οι θαυμαστές της, δίνανε στα νιογέννητα κορίτσια τους το όνομά της. Ύστερα από 40 και πλέον χρόνια, εξακολουθεί να είναι η αγαπημένη του Γεωργιανού λαού. Τον Οκτώβρη του 2011 ο Δήμαρχος της Τιφλίδας την αναγόρευσε σε Επίτιμη Πολίτιδα της πρωτεύουσας, ορμώμενος από τους δεσμούς αυτούς που αναπτύχθηκαν μεταξύ του Γεωργιανού λαού και της Γιοβάννας.

ΑΚΟΥΣΤΕ ένα κοντσέρτο στη Μόσχα (1963) με 16 τραγούδια



Tην ίδια εποχή άρχισε και η συνεργασία της με τον ραδιοφωνικό σταθμό Γενεύης. Σαν εκπρόσωπός του έλαβε μέρος σε πολλές συναυλίες στην Ευρώπη. Το 1965, ύστερα από διαγωνισμό, κέρδισε τη θέση να εκπροσωπήσει την Ελβετία στο Grand prix της Eurovision. 

Έκανε δίσκους στη Γαλλία, Ιταλία και Γερμανία, όπου το τραγούδι Tiritombabalou, πραγματοποίησε πωλήσεις που φτάνουν τις 500.000. Στη Γερμανία υπήρχανε clubs, αφιερωμένα σε εκείνη. 



Τραγούδησε Θεοδωράκη, Ξαρχάκο, Μεντή, Πλέσσα, Σπανό, κ.ά. Και κάποτε το σκηνικό της ζωής της άλλαξε. Εγκατέλειψε την ενεργό καριέρα, παντρεύτηκε τον δικηγόρο Δημήτρη Καλπαξή και τραγουδούσε πια μόνο στην τηλεόραση, σε δίσκους, κοντσέρτα και φεστιβάλ. 
Τότε άρχισε να γράφει. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές, έγραψε στίχους που μελοποιούνται από τον Κώστα Χατζή. Το 1986 γράφει το μυθιστόρημα «Άντε γεια», που έγινε best seller. Μετά γράφει τα μυθιστορήματα «Γενέθλια», «Παράθυρο στον άλλο τοίχο», «Βαμμένος ήλιος, κ.ά.
Συνολικά έχει στο ενεργητικό της, 20 τίτλους βιβλίων με ποίηση, πεζογραφία και θεατρικά.


Το επίσημο κανάλι της στο YouTube 
όπου μπορείτε να ακούσετε όλα τα τραγούδια της είναι --->ΕΔΩ

Εδώ  όλο σκέρτσο και τσαχπινιά μιλάει τσάτρα πάτρα....Ρώσσικα!!!!


Για τη μεγάλη της σχέση με τον Γιάννη Ρίτσο λέει σε μια συνέντευξή της (Lifo):
Η σχέση αυτή ξεκίνησε με τα 12 τραγούδια σε δική του ποίηση που κάναμε με τον Σπήλιο Μεντή. Μιλάω για τους «Καημούς της γειτονιάς». Κάθε φορά που τελείωνε ένα τραγούδι, μαζευόμασταν σπίτι του Ρίτσου και το ακούγαμε. Εκεί ήταν κι άλλοι, συγγραφείς, ποιητές. Εγώ μάθαινα τα τραγούδια και τους τά 'λεγα κι εκείνοι βαθμολογούσαν ποιο ήταν καλύτερο, εκείνο ή το προηγούμενο. Αριστούργημα, από τις ωραιότερες καταστάσεις που μπορώ να θυμηθώ! Εκεί λοιπόν γνωριστήκαμε με τον Ρίτσο, μετά έκανα ένα τραπέζι στο σπίτι μου και τον κάλεσα κι όταν αργότερα κλείστηκα στον εαυτό μου, σταμάτησα να τραγουδώ κι έψαχνα διεξόδους να εκφραστώ, άρχισα να γράφω. Πρώτα γράφω ένα κατεβατό και του το πάω. «Δάσκαλε, αυτό τι είναι'' τον ρωτάω «είναι ποίημα;» Και μου λέει «Όχι, αλλά ο ποιητής υπάρχει, αφού εδώ μέσα έχεις γράψει αυτή τη φράση. Γιατί να μην έχεις χιλιάδες άλλες τέτοιες φράσεις μέσα σου που περιμένουν να βγουν;» Άρχισε να με διδάσκει απ' την αρχή τι είναι ποίηση, τι είναι λόγος, οικονομία, αρμονία, αφαίρεση κλπ. Γύρω στις πέντε ακόμη φορές του έδειξα δουλειά μου μέχρι που μου έγινε το κεφάλι καζάνι. Είχα παντρευτεί κιόλας, λέω του άντρα μου μια μέρα «Δημήτρη, άκουσε να σου πω, εγώ ούτε ποιήτρια είμαι, ούτε γράφω και σταματάω»! Σταμάτησα για δύο χρόνια, δεν έβαλα ούτε μολυβιά. Μετά άρχισαν όμως να μου βγαίνουν πράγματα και όλο να βγαίνουν κι έτσι εξέδωσα τις τρεις πρώτες ποιητικές συλλογές μου, τις οποίες υπόγραψε ο Γιάννης Ρίτσος και μου έδωσε το πράσινο φως. Στο πρώτο βιβλίο μάλιστα μου βρήκε τον τίτλο. Έκτοτε, ξέροντας ότι μπορώ να γράψω, ξεκίνησε η όλη ιστορία με τον πεζό λόγο. Ανέκαθεν με εντυπωσίαζε η δοτικότητα του Γιάννη Ρίτσου, η έγνοια του και η αγάπη του να μεταδώσει αυτό που ήξερε. Εκεί που είναι ακόμη τον προσκυνάω, γιατί ακόμη προχωράω με το δικό του το Ευαγγέλιο!


Κείμενα και επιμέλεια: Χρήστος Ζουλιάτης

Αναστασία Θανοπούλου - Γιοβάννα - Χρήστος Ζουλιάτης σε πρόσφατη συνεύρεση












*************************************

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ: «Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί, βασανισμένη καρδιά μου, για να σου κάμω ένα κέντημα»

Νίκος Γκάτσος: «Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί, βασανισμένη  καρδιά μου. Με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα. Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς. Μιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω».

ΓΚΑΤΣΟΣ ΝΙΚΟΣ (δεξιά) Φοιτητής επισκέπτεται την Ασέα το 1930-Φωτογραφία από Μαρία Φράγκου

Σαν σήμερα (8/12/1911), γεννήθηκε ο Νίκος Γκάτσος, ο ποιητής που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στο έντεχνο ελληνικό τραγούδι τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ένας «υπηρέτης δυο αφεντάδων», της ποίησης και του τραγουδιού.

«Ο ΓΚΑΤΣΟΣ ΕΠΗΡΕΑΣΕ ΕΜΕΝΑ, ΟΧΙ ΕΓΩ ΤΟΝ ΓΚΑΤΣΟ. Εγώ ήμουν ο μαθητής. Είχα την τύχη να εισπράξω πολύτιμα μαθήματα, ιδίως σε μια περίοδο, μετά την απελευθέρωση, που οι συνομήλικοί του φίλοι έφυγαν στην Ευρώπη, και οι δικοί μου πάλι το ίδιο, και μείναμε οι δυο μας στο πατάρι του “Λουμίδη” ή του “Πικαντίλλυ” να μιλάμε....
Ο Γκάτσος γνωρίζει πολύ περισσότερα από μένα, από όσα σου αφήνει να καταλάβεις όταν είσαι σε μια κατευθείαν συνομιλία μαζί του. Αυτό είναι ίδιον των σοφών ανθρώπων: δεν σου κάνουνε επίδειξη γνώσεων, σου λένε τ’ απαραίτητα, και σε σένα εναπόκειται ν’ αντιληφθείς ότι αυτά τ’ απαραίτητα εμπεριέχουν βαθύτατη γνώση, και δεν είναι απλώς μια στοιχειώδης έκφραση τυχαίων απόψεων» (Μάνος Χατζιδάκις)

Για την "Αμοργό" λέει: «Δεν ξέρω να σας πω τι θα ήταν η ποίηση χωρίς την Αμοργό. Πάντα πιστεύω ότι η ποίηση και η μουσική έχουνε μια αυτάρκεια και δεν περιμένουνε τα καινούργια έργα για να ξαναϋπάρξουν. Αλλά μπορώ να πω πόσο σημαντικό ποίημα είναι η ''Αμοργός'': υπήρξε το πιο ολοκληρωμένο ποιητικό κείμενο στην εποχή που βγήκε, διότι καμία από τις εργασίες των άλλων σημαντικών μας ποιητών εκείνου του καιρού, που άσκησαν μεγάλη επίδραση στα ελληνικά γράμματα, δεν έδωσε με τόση πυκνότητα και τόση αρτιότητα ένα ολόκληρο ποίημα, όπως είναι η «Αμοργός» του Νίκου Γκάτσου. Οφείλω να σας πω ότι την «Αμοργό» την ανεκάλυπτα, από μία εποχή και πέρα, συνεχώς. Δεν ήταν κάτι που με θάμπωσε μόλις μου πρωτοεμφανίστηκε και που έμεινα μ’ αυτό τον θαυμασμό ─όπως μου συνέβη για παράδειγμα με τον ''Μπολιβάρ'' του Εγγονόπουλου, που όταν τον πρωτοδιάβασα, θαμπώθηκα κι έμεινα για πολύ καιρό με το αρχικό θάμπωμα. Σήμερα βέβαια αναγνωρίζω το μεγαλείο του ποιήματος, αλλά αναγνωρίζω και τις ρωγμές του. Στον Γκάτσο δεν αισθάνθηκα αυτό το θάμπωμα, αλλά από μία εποχή και μετά άρχισε να μου αποκαλύπτεαι και, σε κάθε στιγμή αυτής της αποκάλυψης, συμπληρωνόταν μπροστά μου ένα μνημειώδες έργο νεοελληνικού ποιητικού λόγου. Περιέχει βαθύτατα την ελληνική παράδοση, δεν την εκμεταλλεύεται, ενώ συγχρόνως περιέχει όλη την ευρωπαϊκή θητεία του μεσοπολέμου. Το έχει γράψει δηλαδή ένας άνθρωπος που ζει βαθιά τον καιρό του, ενώ συγχρόνως περιέχει βαθιά και την παράδοσή του. Η ''Αμοργός'' είναι η έκφραση αυτών των δύο στοιχείων που συνθέτουν την προσωπικότητα του Γκάτσου: βαθιά Έλληνας και βαθιά Ευρωπαίος».


«Έχει μετέλθει πολλά επαγγέλματα. Σε δύσκολες ώρες ιδιώτευσε ως μεσίτης πόθων και ως προξενητής ανεκπλήρωτων ονείρων. Επιδόθηκε στην εκμάθηση ξένων γλωσσών : της σιωπής, των χρωμάτων, της αφής, της μουσικής, των ψιθύρων. Με ιδιαίτερη ευχέρεια χειρίζεται τη διάλεκτο του μαύρου, ιδίως όπως ομιλείται μεσουρανούντος του ήλιου. Προσφάτως παρακολουθεί ιδίαις δαπάναις μαθήματα αποχρώσεων και υπεκφυγών. Στον ελεύθερο χρόνο του προτιμά να διαβάζει ολιγοσέλιδα βιβλία κυρίως για τα ίχνη αίματος που αφήνουν στα δάχτυλα καθώς τα ξεφυλλίζεις» (Δημήτρης Δασκαλόπουλος).

«Ο Νίκος Γκάτσος δεν πήγε ποτέ στην Αμοργό. Δεν έδωσε ποτέ συνέντευξη.Ήταν ένας πολύ αυστηρός φίλος, κατά τον Μάνο Χατζιδάκι. Έλεγε τα απαραίτητα. Έζησε βίον ασκητικόν. Μακριά από την πολλή συνάφεια του κόσμου και τες πολλές κινήσεις και ομιλίες, κατά τον Αλεξανδρινό. Εσιώπησε πολύ... Και τραγούδησε απίστευτα! Οι στίχοι των τραγουδιών του, πραγματικά ποιήματα οι περισσότεροι, μας διδάσκουν τι πάει να πει αρρενωπότητα της δημοτικής παράδοσης, οργανική λειτουργία της ομοιοκαταληξίας, ήθος της ελληνικής» ( Οδυσσέας Ελύτης).

«Έγραψε μοναδικά τραγούδια. Όλα τα ακριβά στοιχεία της ποίησής του τα 'κανε στίχους που κινητοποίησαν τη ναρκοθετημένη νεοελληνική ευαισθησία, έτσι καθώς κοιμόταν αναίσθητη μες στην απέραντη αισθηματολογία των στιχουργών και των επιθεωρησιογράφων» (Μάνος Χατζιδάκις).

Ο Γιώργος Σεφέρης διηγείται ένα περιστατικό που έτυχε στο Νίκο Γκάτσο:
«Γύριζε το χειμώνα του ‘36, σπίτι του από μια ταβέρνα. Ήμουνα στην Κορυτσά και είχα στείλει στην Αθήνα, σε χειρόγραφο, το “Με τον τρόπο του Γ. Σ.”. Κατά κακή του τύχη -μολονότι πολύ αθώος, είχε κάποτε ύφος φοβερά βλοσυρό- τον έπιασαν και τον πήγαν στο τμήμα. Τον έψαξαν. Στην τσέπη του το χειρόγραφο.
-Ρε, τι σου ‘κανε η Ελλάδα και σε πληγώνει; Κομμουνιστής, ε;
-Μα, κύριε αστυνόμε, δεν το ‘γραψα εγώ αυτό, το ‘γραψε ο κ. Σ. που είναι πρόξενος.
-Πρόξενος, ε; Τέτοιους προξένους έχουμε. Γι’ αυτό πάμε κατά διαβόλου.
Ευτυχώς βρέθηκαν στις τσέπες του και κάτι άλλα της ίδιας τεχνοτροπίας που αφόπλισαν τους φρουρούς της ησυχίας μας:
-Σ’ αφήνουμε, μωρέ, γιατί είσαι βλάκας, του είπαν όταν τα διάβασαν».


«ΑΜΟΡΓΟΣ»
Αποσπάσματα από την «Αμοργό» του Νίκου Γκάτσου 

...Τι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπο σου;
Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομα του
Το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Να βρείς μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ' άλογα
Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου.
Γιατί κι εσύ θα' χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα' χει γεράσει.
Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις τον θάνατο
Κι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Κι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουΐνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα' ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Με το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο
Λίγο σιτάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...

...Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους 
καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό 
τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου... (περιοδικό Ως3)

Καντάτα βασισμένη στο ομώνυμο ποίημα του Νίκου Γκάτσου.
Για μέτζο-σοπράνο, τενόρο, βαρύτονο, ηθοποιό, μικτή χορωδία και συμφωνική ορχήστρα. 

Την παρουσίαση του έργου επιμελήθηκε -μετά τον θάνατο του συνθέτη- ο ΝίκοςΚηπουργός, στον οποίον ο Μάνος είχε εμπιστευτεί επί μακρόν την ενορχήστρωση της Αμοργού.

Τραγουδούν: Μαρία Φαραντούρη, Tάσης Χριστογιαννόπουλος, Δώρος Δημοσθένους
Ενορχήστρωση - Αναπροσαρμογή: Νίκος Κυπουργός
Μουσική Διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός

Διεύθυνση χορωδίας: Αντώνης Κοντογεωργίου

************ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΕΡΓΟ****************************************************
Ολόκληρη η δισκογραφία του Νίκου Γκάτσου σε youtube ----> ΕΔΩ


Επιμέλεια κειμένων-Παρουσίαση: Χρήστος Ζουλιάτης