Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

ΔΙΠΟΡΤΟ: Ο Κώστας Βάρναλης «Μες την υπόγεια την ταβέρνα», Σωκράτους και Θεάτρου γωνία, δέκα σκαλιά κάτω, στον κόσμο του μύθου.

Στο Δίπορτο της Βαρβάκειου αγοράς
Χθες το μεσημέρι, βρέθηκα έξω απ΄το «Δίπορτο»και είπα να κατέβω τα σκαλοπάτια του, όπως την άλλη φορά. Είχα πεθυμήσει κάτι «σπιτικό», μια φασολάδα, μια ρεβιθάδα ή μια φάβα πικάντικη, ακόμα ακόμα, σαρδέλες ψητές και πατάτες γιαχνί με σέλινο. Να συχνωτιστώ με τους πελάτες, να κάτσω στο ίδιο τραπέζι με άγνωστους ανθρώπους που το κοινό μας σημείο είναι η πείνα και η όρεξη για καλό φαγητό, να πιω ένα ποτήρι κρασί. Εδώ, δεν λες Sauvignon ή Merlot απλά, λες κρασί. Αν παραγγείλεις μπύρα, σε κοιτάνε περίεργα οι γύρω σου. Και στο πέμπτο ή έκτο ποτήρι, ίσως δω  τον Βάρναλη σε μια γωνιά, να πίνει τη ρετσίνα του και να σκαρώνει στο πακέτο των τσιγάρων του, τους «Μοιραίους». Να ακούσω τον Αλέξανδρο, τον ακορντεονίστα, να παίζει το δίπορτο, όχι του μαγαζιού αλλά, της ζωής, με άλλα λόγια, το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» και να ζήσω στιγμές «Μες την υπόγεια την ταβέρνα, μες σε καπνούς και σε βρισιές ... να πάνε κάτω τα φαρμάκια». Δυστυχώς, ήταν κλειστό. Δυο γυναίκες  βρέθηκαν δίπλα μου και προφανώς ήταν συστημένες από μύστες του υπόγειου πως εδώ, «κάτι άλλο μαγειρεύει» ο κυρ Μήτσος και ήρθαν να γευτούν τα «σπιτικά» του μαγειρέματα. Τις ενημέρωσα  πως σ΄αυτό το υπόγειο, ο μύθος λέει, ότι ερχόταν ο Βάρναλης και πως εδώ εμπνεύστηκε το τραγούδι «Οι μοιραίοι». Με κοίταξαν χαζά. Δεν ήξεραν ούτε το τραγούδι ούτε τον Βάρναλη. Οι γεύσεις τις μάραναν... Αλλά, ούτε και ο Αλέξανδρος ο ακορντεονίστας το ήξερε. Άνθρωποι μιας άλλης κουλτούρας. 






Λίγα πιάτα, καλομαγειρεμένα, απαράλλαχτα, αυτό το φαγητό που κάποτε ονομαζόταν «ταβέρνας» αλλά σήμερα λες «σπιτικό»: φασολάδα, ρεβιθάδα, φάβα πικάντικη, σαρδέλες ψητές και ψάρια τηγανητά, πατάτες γιαχνί με σέλινο (όλα φτιαγμένα επί τόπου στον ίδιο μικροσκοπικό χώρο) με συνοδεία ρετσίνας απ’ τα βαρέλια. 


Ο Αλέξανδρος με το ακορντεόν του

Μεσημέρι στη Βαρβάκειο, γωνία Σωκράτους και Θεάτρου, στο υπόγειο ενός εγκαταλειμμένου νεοκλασικού με έντονη την εικόνα της παρακμής, όπως άλλωστε και όλη η γύρω περιοχή. Στο Δίπορτο, μια από τις πιο παλιές ταβέρνες που έχουν απομείνει στο κέντρο της Αθήνας, κόσμος ανεβοκατεβαίνει τα σκαλιά ψάχνοντας για τραπέζι. Δύσκολο τέτοια ώρα, πρέπει να περιμένεις αρκετά για να αδειάσει κάποιο - εκτός κι αν καθίσεις δίπλα σε κάποιον άγνωστο. Η τσίκνα και η κάπνα απ' τα τσιγάρα που γεμίζουν τον χώρο και το φως που διαχέεται μέσα από τις μόνιμα διάπλατα ανοιχτές πόρτες, τα απότομα σκαλιά και το σκηνικό που θα μπορούσε να είναι από ταινία του μεσοπολέμου σού φέρνουν στο μυαλό το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι. 
******************************************************************************
Ο αστικός μύθος που λέει ότι αυτή είναι η «υπόγεια ταβέρνα» στην οποία αναφέρεται ο Βάρναλης στους «Μοιραίους» του («Μες την υπόγεια την ταβέρνα / μες σε καπνούς και σε βρισιές / απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα / όλη η παρέα πίναμε εψές...») κάνει την ατμόσφαιρα ακόμα πιο μυστηριώδη. Ίσως και να ισχύει. Ξύλινα τραπέζια, καρέκλες και βαρέλια φθαρμένα από τα εκατόν τόσα χρόνια που βρίσκονται αμετακίνητα στο μαγαζί, χάλκινες κούπες κρασιού, ο μαρμάρινος νεροχύτης, το μαντεμένιο ντουλάπι και το ψυγείο Ιζόλα, η λαδόκολλα αντί για τραπεζομάντηλο και τα κομμάτια χαρτιού (και όχι χαρτοπετσέτες) που φτάνουν στα τραπέζια θα μπορούσαν να είναι η αντίσταση του κυρ-Μήτσου στην γκλαμουριά που επέβαλαν τα νέα εστιατόρια, η επέλαση της τρέντι ταβέρνας και του κακού φαγητού. Όλα εδώ μέσα έχουν μεγάλη δόση αυθεντικότητας, ο μαγαζάτορας επιμένει να είναι όλα στη θέση τους ακριβώς όπως τη δεκαετία του '50, που ανέλαβε τη διαχείριση (ακόμα κι αν χρειαστεί να πληρώνει πρόστιμα για το φθαρμένο πάτωμα και τον μαρμάρινο νεροχύτη ακριβώς μπροστά στην είσοδο). Κυρίως όμως το φαγητό. Λίγα πιάτα, καλομαγειρεμένα, απαράλλαχτα, αυτό το φαγητό που κάποτε ονομαζόταν «ταβέρνας» αλλά σήμερα λες «σπιτικό»: φασολάδα, ρεβιθάδα, φάβα πικάντικη, σαρδέλες ψητές και ψάρια τηγανητά, πατάτες γιαχνί με σέλινο (όλα φτιαγμένα επί τόπου, στον ίδιο μικροσκοπικό χώρο) με συνοδεία ρετσίνας απ' τα βαρέλια. Απλό, χορταστικό, τίμιο.
******************************************************************************
Στο Δίπορτο για πολλά χρόνια σύχναζαν αποκλειστικά οι εργαζόμενοι στη Βαρβάκειο, διανοούμενοι και καλλιτέχνες· με τα χρόνια όμως η ανθρωπογεωγραφία του μαγαζιού άλλαξε, οι οδηγοί όλου του κόσμου, που αναζητούσαν δόσεις παλιάς Αθήνας, έστειλαν τουρίστες και μοδάτες νεαρόφατσες που μπλέκονται με γκαλερίστες, τύπους με μαύρα πουκάμισα και τσιγκελωτά μουστάκια, αλλοδαπούς που πουλάνε λουλούδια, ηθοποιούς, κουστουμαρισμένους επιχειρηματίες που επιστρέφουν στο γραφείο ποτισμένοι απ' την τσίκνα. 

«Ήρθα επειδή μου το σύστησαν σαν original ταβέρνα», μας λέει μια νεαρή Νορβηγίδα που τρώει με τη φίλη της δίπλα σε δυο αγνώστούς της Κρητικούς - η έλλειψη χώρου προσφέρεται για γνωριμίες, αρκεί να μιλάς στοιχειώδη αγγλικά. «Είναι ακριβώς όπως μου την περιέγραφαν: εξωτική (!) και απίστευτη». Το ζευγάρι δίπλα μας λύνει τα προβλήματα των φίλων του μιλώντας έντονα. Έρχονται εδώ και πολλά χρόνια στο μαγαζί, «πάνω από είκοσι» μας λέει η κυρία που μένει στον Διόνυσο. «Το επισκέπτομαι ανελλιπώς κάθε φορά που κατεβαίνω στο κέντρο, βρίσκεις το φαγητό της μαμάς σου και της γιαγιάς σου, τρως γρήγορα και φτηνά». «Μου αρέσει το περιβάλλον που είναι ζεστό και χαλαρό», προσθέτει μια άλλη κυρία που ακούει τη συζήτηση, «δεν βρίσκεις εύκολα πια ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης, οικονομικής κατάστασης και ηλικίας στον ίδιο χώρο, τουλάχιστον σε εστιατόριο». Τρία νέα παιδιά που περιμένουν να βρεθεί θέση έρχονται εδώ «επειδή τρως φτηνά και υγιεινά, είναι χίλιες φορές προτιμότερα από φαστ φουντ»· «μας αρέσει και ο κόσμος», προσθέτει ο φίλος του, «είναι ωραίο να παρακολουθείς όλες αυτές τις φάτσες που συνθέτουν τον κοινωνικό ιστό της πόλης». Ο Ανέστης -η νέα γενιά του μαγαζιού, που ίσως είναι και ο επόμενος ιδιοκτήτης- πηγαινοέρχεται ασταμάτητα με πιάτα, κρασί και παγωμένο νερό και κλέβει χρόνο για να πλύνει ποτήρια στο μαρμάρινο νεροχύτη, ο μουσικός με το ακορντεόν παίρνει θέση ακριβώς μπροστά του και τραγουδάει Καζαντζίδη, η ευτραφής κοκκινομάλλα που μπαίνει φουριόζα τρίβει τον βασιλικό και το μαγαζί γεμίζει με ένα πιπεράτο άρωμα. Έχουμε αργήσει και περιμένουν ουρά οι πεινασμένοι για το τραπέζι μας, πληρώνουμε 30 ευρώ για τρία άτομα -περίπου όσο κάνει κι ένα πλήρες γεύμα σε φαστφουντάδικο- και ξαναβγαίνουμε στο φως... 
Πηγή: lifo.gr
Επιμέλεια κειμένων-Παρουσίαση: Χρήστος Ζουλιάτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου