Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης: «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»/Ο πεζός λόγος συμπορεύεται με την Ποίηση, τον Φιλοσοφικό οίστρο και τον Ανθρωπισμό.

Οδυσσέας Ελύτης – Τα δημόσια και τα ιδιωτικά.
Πήρε να χειμωνιάζει. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντικρύ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει. Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ' τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο πού, έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις, ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τα ασήμαντα, και διαμορφώνει κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια, ένα πιο στερεό έδαφος, για να πατήσει το πόδι μου - παραλίγο να πω η ψυχή μου...



Φέρτε μου τον Θεό, θα συνεννοηθώ αμέσως. Με τους ανθρώπους είναι το δύσκολο... Το μόνο πράγμα που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος, είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα, δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές δυο τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα
γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι, ολίγες μέντες από δυο κοντά κοντά βαλμένες ανάσες, ένα τραγούδι βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος, και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντοτε. Όλα όσα, μ' άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ. Αποδίδω μεγάλη σημασία σ' αυτό το έσχατο του εαυτού μας αντίτυπο...

Είναι βραδιές όπου η στεναχώρια μόλις που χωράει, πάει να σπάσει τούς τοίχους. Μένω μόνος ώρες μπροστά σ'ένα τετράγωνο παράθυρο κομμένο επάνω στο σκοτάδι. Δεν περνάει ούτ' ένας άνθρωπος. Πουθενά κανένα φως. Μόνον ο φάρος πέρα εκεί κατάμονος κι αυτός, πεισματικός, ολοένα πάνω στο τρία του και στο ένα του...

Περιμένω τον καλλιτέχνη, που όσο περνάν τα χρόνια τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν ν' αναφανεί, τον ικανό να στήσει, αποστραγγίζοντας όλο το απόθεμα του θυμητικού μας, το μνημείο στον «άγνωστο ιδιώτη». Όπως ως τώρα εστήσαμε σε κάθε γωνιά του τόπου μας κάποιο μνημείο στον «άγνωστο στρατιώτη». Θα πρέπει να βγαίνει από την κυανή και λευκή Μεγάλη του Γένους Σχολή και ν' αντανακλά όλο φως πάνω στην πίσσα της Ευρώπης που θάβουμε σήμερα, εν όψει μιας άλλης που μοιάζει να γεννιέται. Χωρίς διάκριση. Πάνω στους μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Καρτέσιους και τους
Καλβίνους, τους Κάντ και τους Μάρξ, τον Πάπα - Θεός σχωρέσει τους.

Ποιος είμαι; Ποιος υπήρξα; Νιώθω να μ' έχει αρπάξει μια φυλλωσιά θάλασσας, όλο ευδαιμονία και οδύνη, σαν να 'ναι λιωμένος κι αποχριστιανωμένος Πλωτίνος. Ορθάνοιχτα όκια με παρακολουθούν από παντού. Τρέμουν, τρίζουν τα κατάρτια και οι μορφές των αγίων. Πως βγήκα μέσ' από τη δυστυχία; Ποιος άδει; Τι είναι αυτά τα δυνατά κίτρινα και κόκκινα και τα κομμάτια του τοίχου με τον ασβέστη; Α ναι, είμαι το παρελθόν των δακρύων ίσως γι'αυτό να μ' αναγνωρίζουν. Ίσως γι'αυτό ν' αρμυρίζω. Υπήρξα κάποτε, αυτό είναι αλήθεια. Τρέμουν, τρίζουν τα δαιμόνια.

Δηλον δέ ότι δει και τοις άλλοις δαίμοσι τούτους αρμόσαι είπερ δει.
(Και είναι φανερό ότι αυτοί πρέπει να ταιριάζουν και στους άλλους δαίμονες).

Το  πεζό  αυτό  κείμενο  του  Οδυσσέα  Ελύτη (Τα  δημόσια και  τα ιδιωτικά)  αποτελεί  μια  λογοτεχνική  και  φιλοσοφική επιτομή  για  τον ελληνικό πολιτισμό, έναν ύμνο  για  τον ελληνικό  κοινοτισμό. Συμπυκνώνει  όλα  εκείνα  τα  στοιχεία που συνθέτουν  τον  κατάσπαρτο  τούτο  εδώ  με αναρίθμητες πολύχρωμες  νησίδες  τόπο  στον οποίο  αγκιστρώνεται  κάθε σημάδι που αφήνει  ο  αγέρας  που  χοροπηδά  στα  κύματα της θάλασσας  κομίζοντας  το  γαλάζιο  βόλι  του  ελληνικού ουρανού.   
Η  πεζότητα  της μορφής  εμπλέκεται  μοναδικά  με  την ποιητική  διάθεση,  τον  φιλοσοφικό οίστρο  και  την  έγνοια για  τον  αληθινό  ανθρωπισμό. Το  πέραν  του ατόμου "πρόσωπο", ο αληθινός  άνθρωπος,  είναι  απόρροια  της σύζευξης  του  απολλώνιου  και διονυσιακού στοιχείου  που κατορθώνεται  μέσα  στην πραγματική κοινότητα.  Το κείμενο  είναι  μια χαραξιά  μελάνης  βυθισμένης  στα πέλαγα της ψυχικής  αβύσσου, ένα  πλάνεμα  στοχαστικό   που φορτίζει  διαρκώς  το  ατενές  βλέμμα  του λόγου.  Είναι οι συγκινητικές  αναθυμιάσεις  που  αναδύονται  από  το γεωμορφολογικό  ήθος  που  εκπέμπουν  τα ελληνικά  τοπία. 


Ολόκληρο το κείμενο ΕΔΩ ή ΕΔΩ

Στη μέση ο Οδυσσέας Ελύτης-Έφεδρος αξιωματικός στο Αλβανικό Μέτωπο


Σύντομο βιογραφικό
Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης στις 2 Νοεμβρίου 1911. Έζησε στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά του το 1914.
Η καταγωγή του από τη Λέσβο, η γέννησή του στην Κρήτη, τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων στις Σπέτσες και τις Κυκλάδες, διαμόρφωσαν μια βαθύτατα νησιωτική συνείδηση, που αργότερα στη διασταύρωσή της με τον υπερρεαλισμό δημιούργησε μια ποίηση πρωτότυπη, γεμάτη πλήθος λυρικών εικόνων, αλλά και επαναστατικών δυνάμεων. Μια ποίηση που με άξονα το φως ζήτησε να αποκρυπτογραφήσει το μυστήριο της ύπαρξης.
Τελειώνοντας το γυμνάσιο στην Αθήνα, ακολούθησε νομικές σπουδές, ενώ υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός στον πόλεμο της Αλβανίας. Εγκαταστάθηκε δύο φορές στο Παρίσι, (1948- 1951 και 1969-1971) οπού παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας στη Σορβόννη και ήρθε σε επαφή με τους κυριότερους ποιητές και ζωγράφους του εικοστού αιώνα. Το 1979 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Έζησε ως το τέλος του βίου του (18 Μαρτίου 1996) αφοσιωμένος στην ποίηση.

Ο Οδυσσέας Ελύτης πολέμησε στο Αλβανικό Έπος 1940-41, στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Προσβλήθηκε από τύφο και τελικά διασώθηκε από θαύμα, όπως ο ίδιος ομολογεί.
Ας δούμε συνοπτικά πώς ο ίδιος περιγράφει την εμπειρία του στο μέτωπο και σε ποια ποιητικά του έργα αποτυπώθηκε αυτή η συγκλονιστική για τον ποιητή εμπειρία.
Διαβάστε ΕΔΩ

Εργογραφία
Προσανατολισμοί (1940)
Ήλιος ο πρώτος (1943)
Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (1945)
Άξιον Εστί (1959) 
Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό (1960)
Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά (1971)
Ο Ήλιος ο ηλιάτορας (1971)
Το Μονόγραμμα (1971)
Τα ρω του έρωτα (1972)
Ο ζωγράφος Θεόφιλος (1973)
Ανοιχτά χαρτιά (1974)
Τα ετεροθαλή (1974)
Δεύτερη γραφή (1976)
Η μαγεία του Παπαδιαμάντη (1976)
Σηματολόγιον (1977)
Μαρία Νεφέλη (1978)
Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο (1978)
Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας (1982)
Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου (1984)
Σαπφώ (1984)
Αποκάλυψη του Ιωάννη (1985)
Ο Μικρός Ναυτίλος (1985)
Κριναγόρας (1987)
Τα δημόσια και τα ιδιωτικά (1990)
Ιδιωτική οδός (1990)
Τα ελεγεία της Οξώπετρας (1991)
Εν λευκώ (1992)
Δυτικά της λύπης (1995)
Ο Κήπος με τις αυταπάτες (1995)
2 χ 7 ε (1996)
Εκ του πλησίον (1998)
Αυτοπροσωπογραφία σε λόγο προφορικό (2000)
Ποίηση, (2002).

Κείμενα-Παρουσίαση: Χρήστος Ζουλιάτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου