Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Μελίνα Μερκούρη. Η αθέατη πλευρά του φεγγαριού (Κατοχή, εμφύλιος, χούντα, μεταπολίτευση)

Συμπληρώνονται 97 χρόνια από τη γέννηση (18/10/1920) και 22 από το θάνατο (6/3/1994) της Μελίνας Μερκούρη και θα πάρουν φωτιά τα ΜΜΕ και τα  Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Όλοι θα εστιάσουν στο μονότονο αντιστασιακό προφίλ της, κάτι που έχει καταντήσει μύθος και τον συνηθίσαμε, σε σημείο που να μην επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση. Όμως, είναι έτσι ή υπάρχει κάτι άλλο, πίσω από ένα προσεγμένο, καλοφτιαγμένο και ωραιοποιημένο προφίλ μιας γυναίκας που έφτασε να γίνει υπουργός, αγαπημένη συνεργάτης του Α.Παπανδρέου, χωρίς να υπάρξει ποτέ θύμα «ανασχηματισμού». Χωρίς να χαϊδεύουμε αυτιά, ας ξεκινήσουμε από την οικογένεια Μερκούρη.


Η οικογένειά της ανήκε στον συντηρητικό χώρο, γενικώς. Ο περίφημος παππούς της Σπύρος Μερκούρης είχε εκλεγεί επανειλημμένα δήμαρχος ως εκλεκτός των αντιβενιζελικών και μόνον όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα κέρδιζε άλλες εκλογές, προσχώρησε στο βενιζελικό στρατόπεδο. Το Μερκουρέικο άλλαζε στρατόπεδο σύμφωνα με το προσωπικό όφελος.
Σε όλη της τη ζωή ήταν μακριά από τα πολιτικά δρώμενα της Ελλάδας και, κάποτε, αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να πάρει μέρος, ξεκινώντας μια πολιτική πορεία από τον Απρίλη του 1967, που η χούντα τη βρίσκει στη Νέα Υόρκη με τον Μάνο Χατζιδάκι για το θεατρικό έργο «Ίλια Ντάρλινγκ». 
Η Φρίντα Μπιούμπι στο βιογραφικό οδοιπορικό που έκανε για την Μελίνα, διαπίστωσε πόσο αποδεκτή ήταν στο εξωτερικό και πόσο αμφισβητούμενη στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικό είναι το κεφάλαιο που αναφέρεται στην υποδοχή που επεφύλαξαν στην υπέρλαμπρη σταρ και αγωνίστρια οι κάτοικοι της Κοκκινιάς: της έκλειναν την πόρτα κατάμουτρα λέγοντας «Η θεατρίνα να πάει στο θέατρο»!
Και η Μελίνα τα ήξερε αυτά και σε συνέντευξή της στον
«Ταχυδρόμο» είχε πει: «Άμα πεθάνω, να δείτε τι ωραία κηδεία θα μου κάνουν. Εμείς οι Έλληνες ξέρουμε να κηδεύουμε». Και όντως, είχε μια κηδεία, όχι «σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες». Μια κηδεία αρχηγού κράτους.

Σε μια συνέντευξή της (1990), εφ’ όλης της ύλης, στο Γιώργο Δουατζή, ξετυλίγει τη ζωή της απαντώντας σε κλισαρισμένες και «ελεγχόμενες» ερωτήσεις, που μαντεύεις και τις απαντήσεις. Όλα, σχεδόν, γνωστά. Όταν, όμως, κάνουν ένα φλας μπακ στα χρόνια της Κατοχής, εκεί,  όλα καλύπτονται από μια γενικόλογη τοποθέτηση:


«-Α! Είναι μια πολύ περίεργη ιστορία για μένα η Kατοχή. Ήμουνα πολύ νέα, πάρα πολύ νέα, ήμουν ήδη παντρεμένη, η Kατοχή ήταν κορώνα -γράμματα. Ζεις-πεθαίνεις. Οπότε, σου επιτρεπόντουσαν και πράγματα πολύ τολμηρά. Και εγώ έκανα τολμηρά πράγματα στη Κατοχή. Πρέπει να σου πω κάτι. Ότι εμείς, τα παιδιά της Kατοχής, μάθαμε πάρα πολλά πράγματα. Και τελικά είμαστε ένα φαινόμενο, αυτή η ηλικία η δική μου, πάρα πολύ δυνατή, σκληρή και ευαίσθητη. Στην Kατοχή, όταν είσαι πάρα πολύ νέος, ή όταν είσαι και μεγάλος, βλέπεις τα πτώματα μέσα στα κάρα και προσπερνάς. Όταν μιλάω για τολμηρά πράγματα, εγώ δεν είμαι περήφανη για το τι έκανα μέσα στην Kατοχή. Αυτό είναι μια άλλη κουβέντα, που κάποτε θα εξηγηθεί. Θέλω να σου πω, ότι στην Kατοχή, αυτά τα παιδιά που ήμασταν εμείς, ήταν σκληρά και ευαίσθητα μαζί. Και αυτό έχει γίνει συνείδηση ζωής, για ό,τι συνέβη και παραπέρα. H Ελλάδα που γνωρίσαμε εμείς, είναι τρομακτική, είναι κατοχές, είναι τρεις κατοχές. Έβλεπες τους ανθρώπους μέσα στα κάρα, τα πτώματα των ανθρώπων και περνούσες. Σου λέω, ότι ήμουνα τολμηρή, ήμουνα ιδιωτικά τολμηρή. Δεν ήμουνα για την Ελλάδα, δεν έκανα αντίσταση και ίσως είναι η μόνη τύψη που έχω στη ζωή μου. Αυτή, και ότι χάλασα την καριέρα του Ντασέν. Ότι κάναμε καλό, ότι κάναμε κακό, προέρχεται από αυτές τις πρώτες, έντονες, φρικιαστικές ιστορίες που είναι ο πόλεμος».
Προφανώς, όταν αναφέρεται στη σκληρότητα εννοεί, πως άντεχε να βλέπει «μέσα στα κάρα, τα πτώματα των ανθρώπων» και με πλήρη ευαισθησία, το λες και αναισθησία, έπινε το ποτό της  στο περίφημο μπαρ της εποχής, το «Παν», στην οδό Ακαδημίας 4, μια μεσοπολεμική καλοφιαγμένη πολυκατοικία, δίπλα από την είσοδο της γαλλικής πρεσβείας, όπου στα κατοχικά χρόνια σύχναζαν, ως επί το πλείστον, Γερμανοί αξιωματικοί και σκοτεινοί μαυραγορίτες, όπως ο μεγαλομαυραγορίτης Αλέξης (Φειδίας) Γιαδικιάρογλου, που αργότερα εκτελέστηκε απ΄ τον ΕΛΑΣ σαν δοσίλογος.  Ήταν οι μόνοι που είχαν τη διάθεση και το χρήμα για να πιουν ένα πανάκριβο προπολεμικό κονιάκ ή να γευθούν δυσεύρετα σνακς.
Η Μελίνα έμενε στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας που ήταν η πολυτελής κατοικία του συζύγου της, του Πάνου Χαροκόπου. Κατέβαιναν σχεδόν καθημερινά, λοιπόν, για τα ποτά τους.
«Εκείνη μισούσε την πείνα, αν και δεν την είχε γνωρίσει ποτέ στα προηγούμενα χρόνια. Ούτε και τώρα. Άλλωστε ο σύζυγός της ήταν ένας από τους πλουσιότερους Έλληνες με αμύθητης αξίας ακίνητα όχι μόνο στην ομώνυμη συνοικία της Καλλιθέας, που την είχε οικοπεδοποιήσει ο πατέρας του, αλλά και μεταξύ άλλων χιλιάδες στρέμματα στη Θεσσαλία».

Ο Χριστόφορος Πετρίτης περιγράφει, σκιαγραφεί και παρουσιάζει τα τρία πρόσωπα, Μελίνα, Χαροκόπος, Γιαδικιάρογλου,  ως Ιψενικό τρίγωνο:
«Στα σκαμνιά μπροστά από τη μπάρα κάθονται δύο άνδρες και όρθια ανάμεσά τους μια νεαρή ψηλή εντυπωσιακή γυναίκα. Και οι τρεις αποτελούν ένα ιψενικό τρίγωνο, όπως άλλωστε γνωρίζει όλο το Κολωνάκι αρκούντως σκανδαλισμένο. Οι δύο άνδρες είναι φίλοι και «κολλητοί», χωρίς να έχουν τίποτε το κοινό – πλην της ίδιας γυναίκας. Για κάποιους πιο ευφάνταστους, το ιψενικό τρίγωνο δεν έχει γωνία αιχμής τη γυναίκα, αλλά τον κοινό εραστή. Η γυναίκα είναι βέβαια η εικοσάχρονη τότε Μελίνα Μερκούρη και οι δύο άνδρες είναι ο σύζυγός της Πάνος Χαροκόπος και ο μεγαλομαυραγορίτης Αλέξης (Φειδίας) Γιαδικιάρογλου. Ο Χαροκόπος, γόνος παλιάς μεγαλοαστικής οικογένειας με σπουδές στην προπολεμική Αγγλία, είναι ο κλασικός τύπος του βαριεστημένου πάμπλουτου που δεν εργάζεται ποτέ, αλλά όλα τα έχει αφειδώς διαθέσιμα, λίρες, γυναίκες και άντρες. Ο Γιαδικιάρογλου, ελάχιστα χρόνια μεγαλύτερος από τη Μελίνα, είναι ένας ασύδοτος τύπος του υποκόσμου, ο οποίος αγοράζει σε εξευτελιστικές τιμές βιομηχανίες, τιμαλφή και ακίνητα αντί πινακίου φακής, εκβιάζει τους πάντες, κλέβει ακόμη και τους Γερμανούς, είναι ιδιοκτήτης χαρτοπαικτικών λεσχών και δεν υπάρχει κατοχική βρομιά και κομπίνα στην οποία να μην είναι ανακατεμένος. Κυκλοφορεί πάντοτε με σωματοφύλακες και πολυτελές αυτοκίνητο, συχνά μεθυσμένος και οπωσδήποτε με πιστόλι στην τσέπη».


Επανερχόμαστε στη συνέντευξη της Μελίνας στον Γιώργο Δουατζή. Στην ερώτηση «-Στον εμφύλιο;», απαντάει:
«-Στον εμφύλιο, ήμουνα στο Κολωνάκι. Ζούσα στην οδό Ακαδημίας. Ότι ζούσα, ήταν στο περιβάλλον που ήταν οι Εγγλέζοι. Aλλά, θέλω να σου πω επίσης, ότι εκεί παρόλο που ήμουνα η κυρία Χαροκόπου, και που ήταν μια οικογένεια πάρα πολύ κατά του Κομμουνισμού, εγώ ήμουνα ένα κορίτσι που πήγαινε στη φυλακή, έβλεπε τον Παππά, έβλεπε την Παϊζη, έκανε ότι μπορούσε για να βοηθήσει. Αλλά, σου λέω, ήμασταν διχασμένα πρόσωπα. Είμαστε πρόσωπα που θέλαμε να ζήσουμε, που λέγαμε “πρέπει να ζήσω, γιατί αύριο τι θα γίνει;”. Και από την άλλη μεριά ήταν οι τύψεις που δεν ήμασταν πάνω στα βουνά. Είμαστε διχασμένα πρόσωπα, όπως η Ελλάδα ήταν διχασμένη. Και, βεβαίως, από τότε εγώ πήγα προς τα εκεί που έπρεπε να πάω».

Ωραία εξήγηση ως διχασμένη προσωπικότητα και φτηνό άλλοθι μέσα στο κλίμα του εμφύλιου. Φυσικά, δεν πήγε εκεί που έπρεπε να πάει, απεναντίας, «την εποχή αυτή, αυτοί είναι οι δύο άνδρες στη ζωή της Μελίνας, η οποία ονειρεύεται να γίνει μεγάλη ηθοποιός και να σπαρταράει το κοινό στα πόδια της. Οι τρεις τους, δηλαδή η Μελίνα, ο σύζυγος και ο εραστής πίνουν ήσυχα, με το ανάλογο ύφος σνομπ και παρακμής, όταν δύο νεαροί μπαίνουν στο μπαρ. Μόλις εκείνη τους βλέπει, εξοργίζεται και φωνάζει δυνατά, παρουσία Γερμανών και συνεργατών τους:
–Είναι κομμουνιστές! Πιάστε τους!
Οι δύο νεαροί αιφνιδιάζονται και πριν προλάβουν Γερμανοί και εντόπιοι πιστολάδες να τους πιάσουν, βγαίνουν τρέχοντας από το μπαρ και εξαφανίζονται. Και οι δύο ήταν αθλητές άλλωστε και τελικά δεν τους πρόφτασαν. Γλύτωσαν έτσι από την κατάδοση της Μελίνας, που την ώρα εκείνη δεν σήμαινε τίποτε λιγότερο από θάνατο…».

Μετά, πολύ νέα και έχοντας την οικονομική άνεση του Μερκουρέικου και του Χαροκόπου, πήγε στο Παρίσι για το χτήσιμο της καριέρας. Στο Γιώργο Δουατζή αναφέρει πως συνάντησε έναν πυρήνα από ανθρώπους όπως, ο Ζαν Κοκτό, ο Ζακ Ντεβάλ,  ο Ρουσάν,  ο Σάρτρ,  ο Σερζ Λιφάρ, ο Σασά Γκιτρύ, η Κολέτ, ο Πανιόλ κ.ά., που πολλοί εξ αυτών, είχαν περιέργως έναν κοινό παρονομαστή: είχαν κατηγορηθεί ως δοσίλογοι κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Εκεί γνωρίστηκε ή σχετίστηκε με τον Μαρσέλ Ασσάρ, ο οποίος ήταν τότε ένας πολύ πετυχημένος θεατρικός συγγραφέας στη μεταπολεμική Γαλλία. Η παρέμβασή του ήταν καθοριστική για την πορεία της Μελίνας, η οποία τον χρησιμοποίησε επιτυχώς για την καθιέρωσή της στην Ελλάδα.
Θα μεσολαβήσουν πολλά χρόνια για τη δημιουργία μιας καριέρας στο θέατρο και στον κινηματογράφο και εκεί, εμφανίζεται ο Ζιλ Ντασέν, ο κατάλληλος άνθρωπος, σκηνοθέτης και αμερικανοεβραίος, που έμεινε μαζί του μέχρι το τέλος της ζωής της. 
Μετά ήρθε η χούντα που την βρήκε στη Νέα Υόρκη με τον Ζιλ Ντασέν και τον  Μάνο Χατζιδάκι. Ο Ντασέν την έπεισε να βγει προς τα έξω ως αριστερή,  που έτσι θα κέρδιζε την πλήρη δημοσιότητα παγκοσμίως. Και πράγματι, αυτό έγινε. Της αφαίρεσε και η χούντα την ιθαγένεια και το πράγμα ήρθε κι έδεσε.

Στη μεταπολίτευση το σκηνικό παίρνει καθαρά πολιτικό χαρακτήρα. Η ίδια λέει: «Σκέφθηκα, λοιπόν, ότι ή θα είχα

μείνει ένα συμβολάκι της αντίστασης ή θα δούλευα για τα κοινά πραγματικά. Ήτανε μεγάλο δίλημμα, διότι έπρεπε να μείνουμε στη Ελλάδα. Kαι διότι ο Ντασέν, φυσικό ήτανε, θα έπρεπε και αυτός να εγκαταλείψει κατά κάποιον τρόπο την δουλειά του. Ήρθε ο Παπανδρέου και μου ζήτησε να κατέβω, πού; Στην Β' Πειραιά. Τα έχασα. Λέω: “Εγώ είμαι Αθηναία. Εγώ έχω εδώ πέρα τις ρίζες, του παππού, του μπαμπά, τους ανθρώπους… Στην B' Πειραιά;”. “Μα, μου λέει, τη Β’ Πειραιά την έκανες γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι τα παιδιά του Πειραιά”. Πανέξυπνος. Και με στέλνει στην Β’ Πειραιά. Πάω στη Β’ Πειραιά και εκεί πρέπει να είσαι αντράκι, που λέμε, δεν χωρατεύουνε οι άνθρωποι, έχουνε τη μεγαλύτερη αλήθεια και τη μεγαλύτερη σοφία. Έρχονται από τη Μικρά Ασία, πού είναι σημαντικό πράγμα». 

Μπορεί να βγήκε βουλευτής στη Β' Πειραιά, δεν ήταν άλλωστε και δύσκολο, μετά τη σαρωτική νίκη του Παπανδρέου, να εκλεγεί μια υπέρλαμπρη ηθοποιός, μια «Αντιστασιακή Ρωμιά», μια πασίγνωστη, σχεδόν είδωλο, και με πράσινη παντιέρα, όμως, οι κακές γλώσσες λένε

πως, οι κάτοικοι της Κοκκινιάς της έκλειναν την πόρτα κατάμουτρα λέγοντας «Η θεατρίνα να πάει στο θέατρο». Πάντως, οι Αθηναίοι δεν την τίμησαν για να εκλεγεί Δημαρχίνα, παρ΄όλο που είχε την στήριξη και της αριστεράς κι έτσι Δήμαρχος εξελέγη μια άλλη αποκομμένη «αχτίδα» από τον πράσινο «Ήλιο του ΠΑΣΟΚ», ο Αντώνης Τρίτσης.


Θα σας παραπέμψω σε δυο συνδέσμους, να διαβάσετε και για τις δυο πλευρές της ζωής της και να βγάλετε τα δικά σας συμεράσματα.
1.Για το άρθρο του Χριστόφορου Πετρίτη, πατήστε ΕΔΩ
2.Για τη συνέντευξη στον Γιώργο Δουατζή, πατήστε ΕΔΩ
Φυσικά, μπορείτε να βρείτε στο youtube τις μαρτυρίες της Ροζίτας Σώκου που είναι αποκαλυπτική, πλην όμως, λόγω γεροντικής άνοιας, δεν την εμπιστεύομαι.


Κείμενα και επιμέλεια
Χρήστος Ζουλιάτης






3 σχόλια:

  1. ΑΝΑΛΟΓΗ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗς ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ ΠΗΡΕ ΑΠΟ ΤΗΝ σ.Ρ.Κ ΣΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΣΤΗΝ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ ΟΤΑΝ ΑΝΕΒΗΚΕ ΠΕΡΙΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΖΗΤΗΣΕ ΒΟΥΛΕΥΤΗΛΙΚΙ ! "ΤΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΧΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΜΕ ΘΕΑΤΡΙΝΟΥΣ...." ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΘΟΛΟΥ ΕΥΤΥΧΗΣ ΟΤΑΝ ΒΓΗΚΕ... ΚΑΤΟΠΙΝ ΤΟΥΤΟΥ ΣΤΡΑΦΗΚΕ ΣΤΟ ΠΑΣΟΚ ΟΠΩς ΠΡΟΕΙΠΕΣ... ΝΑ ΤΑ ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΑΥΤΑ.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή