Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΑΜΑΝΤΑΣ: Τρίγωνα κάλαντα, τω καιρώ εκείνω / Ήθη και έθιμα μιας άλλης νοσταλγικής εποχής

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ, ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ
Γράφει ο Χρήστος Σαμαντάς

Επειδή η ζωή έχει να κάνει με τις αναμνήσεις, θα ήταν παράλειψη να μην φέρνουμε στο μυαλό μας τα νοσταλγικά τεκταινόμενα των εορτών, τα οποία όσο πιο παλιά πηγαίνουμε, τόσο πιο αυθεντικά ήταν.

Φωτογραφία από το μπλογκ ΡΕΘΕΜΝΟΣ του Γιώργου Λινοξυλάκη

Πρώτα – πρώτα πρέπει να αναφερθούμε στα κάλαντα που έλεγαν τα παιδιά αρχίζοντας ξημερώματα παραμονής κατά παρέες από το σπίτι του παπά και στη συνέχεια σε όλο το χωριό. «Καλήν ημέρα άρχοντες…» κρατώντας στο χέρι ζήλια ή τρίγωνα και κανένα ματσούκι για τα σκυλιά που μας κυνηγούσαν (μερικοί τα ξαπόλαγαν επίτηδες για να μην πλησιάσουμε και πληρώσουν). Οι πιο ευκατάστατοι νοικοκυραίοι μας έδιναν μια δραχμή ή δίφραγκο να το μοιραστούμε, οι πιο φτωχοί και οι τσιγκούνηδες μας έδιναν δεκάρες, καρύδια (κοκόσιες), χαρούπια (ξυλοκέρατα) και πανιασμένα μανταρίνια. Εννοείται ότι οι διάφορες παρέες συναγωνίζονταν στη μελωδία, αλλά οι περισσότεροι φάλτσαραν ασυστόλως. Στο τέλος της γύρας μοιράζαμε τα λεφτά και τα εξαργυρώναμε πάραυτα στο περίπτερο του Θωμά αγοράζοντας καραμέλες, μπισκότα, φούσκες και καμιά μικρή τόπα (μπάλα).



Το πατροπαράδοτο χριστουγεννιάτικο έθιμο στο χωριό είχε βέβαια σαν επίκεντρο το σφάξιμο του γουρουνιού που εκτρεφόταν σε κάθε σπίτι από καιρό (οι πιο ευκατάστατοι μεγάλωναν το γουρούνι πάνω από ένα χρόνο για το λίπος που έφτανε τους 10 τενεκέδες καμιά φορά, για το κρέας των εορτών, αλλά και για τα παραδοσιακά λουκάνικα).


Συγκεκριμένα:
Την παραμονή των Χριστουγέννων υπήρχαν συνεργεία φίλων χωριανών εκδοροσφαγέων (ο Κουτρονάσιος, ο Μήτρος ο σπανός, ο Λιάγκας κ.α..) που έσφαζαν τα γουρούνια στις αυλές των σπιτιών. Από κάθε μεριά του χωριού έρχονταν ύστατες κραυγές των γουρουνιών. Σήμερα το θέαμα φαντάζει βάρβαρο, αλλά εκείνη την εποχή ήταν πολύ οικείο και ενταγμένο μέσα στα χριστουγεννιάτικα έθιμα. Όλη η οικογένεια παρακολουθούσε το σφάξιμο –μια απεγνωσμένη μάχη ζωής με φοβερό σκούξιμο, μια φτυαριά κάρβουνα με λιβάνι τη σφαγή και το «Πάτερ ημών» για κατευόδιο της ψυχής- το γδάρσιμο και γενικά τον τεμαχισμό του γουρουνιού λέγοντας διάφορα χωρατά (από το χρώμα του πνευμονιού έκαναν, ας πούμε, πρόγνωση για το φύλο του παιδιού που θα γεννούσε η γειτόνισσα). Τα παιδιά περίμενα εναγωνίως τη γουρουνόφουσκα (ουροδόχο κύστη) την οποία ύστερα από μια σύντομη επεξεργασία με στάχτη και λίγους καλαμποκόσπορους στο εσωτερικό της τη χρησιμοποιούσαν για ποδόσφαιρο. Επειδή όμως δεν ήταν ολοστρόγγυλη, ήταν κωμικό το παιχνίδι, αφού αλλού μάτιαζες και αλλού πήγαινε. 

Οι γυναίκες κυρίως είχαν τη φροντίδα να λιώσουν το λίπος μέσα σε μεγάλα καζάνια αφήνοντας επίτηδες και λίγο κρέας ώστε να γίνουν νόστιμες τσιγαρήθρες, τις οποίες συντηρούσαν μέσα στο λίπος για αρκετό καιρό φτιάχνοντας νοστιμότερες τις ομελέτες. Αρκετό κρέας που περίσσευε μαζί με λίπος τεμαχιζόταν με μια χατζάρα και προσθέτοντας αλατοπίπερο, κομμένο πράσο και φλούδα πορτοκάλι αποτελούσε τη γέμιση για το παραδοσιακό λουκάνικο (κομμάτια περίπου ενός μέτρου από το λεπτό έντερο του γουρουνιού). Κάθε σπίτι έφτιαχνε πάνω από 40 λουκάνικα τα οποία κρεμούσαν όλοι στα μπαλκόνια για να «τραβήξουν» (να ωριμάσουν) και τα’Αϊ – Γιαννιού άρχιζαν να γεύονται ψητά ή τηγανιτά και πάντα με οικονομία. Η νοστιμιά δεν περιγράφεται διότι τότε τα γουρούνια θρέφονταν με ποικιλία αγνών τροφών. Καμιά φορά όλο και κάποιος κλέφτης «σούφρωνε» τη νύχτα κανένα λουκάνικο, γι’ αυτό κρατούσαν τσίλιες ή αμόλαγαν τα σκυλιά. Λέγεται πως κάποτε έναν κλέφτη ο νοικοκύρης τον τουφέκισε με το δίκαννο έχοντας αντί για σκάγια χοντρό αλάτι (για να τσούζουν οι μικροπληγές). Απ’ αυτά τα λουκάνικα μερικά πήγαιναν στα πεσκέσια (συγγενείς και φίλους) καθώς και ένα στον παπά που γυρνούσε με τον σταυρό να ευλογήσει όλα τα σπίτια του χωριού (εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε) και να διώξει τους καλικάντζαρους.


Παραμονή Χριστουγέννων το βραδάκι πηγαίναμε στο προβατομαντρί να πάρουμε γάλα για γιαούρτι χωρίς να το πληρώνουμε – δώρο του τσέλιγκα. Εννοείται ότι κι εμείς πηγαίναμε στους τσοπάνηδες για δώρο μια κοθώνα (κουλούρα ψημένη στο φούρνο με ένα άσπρο αυγό στη μέση και καλλιτεχνικά σχέδια πάνω της) και μια νταμιτζάνα κρασί. Βέβαια, για να αρμεχτούν εύκολα τα πρόβατα από τους τσοπάνηδες, έπρεπε κάποιος να τα σαλαγάει μέσα στη στρούγκα και αυτή τη δουλειά την κάναμε εμείς, ενώ συγχρόνως χωρατεύαμε λέγοντας διάφορα αστεία και κουτσομπολιά του χωριού.
Εννοείται ότι αποβραδίς όλη στην οικογένεια λούζονταν με τη σειρά για να μη ζέχνουν χρονιάρες μέρες. 

Ξημερώματα ανήμερα (γύρω στις 3 η ώρα) ο παπα – Σπύρος χτυπούσε την η καμπάνα της εκκλησίας και όλοι οι χωριανοί πήγαιναν νυσταγμένοι να εκκλησιασθούν και να μεταλάβουν. Μερικοί μύριζαν σκορδίλα και κρεμμυδίλα από τη νηστεία. Το πρωί που σχολούσε η εκκλησία περίσσευαν οι ευχές ανάμεσα στους χωριανούς, ενώ ετοιμάζονταν οι πρώτες τηγανιές από το χοιρινό τις οποίες καταβροχθίζαμε με βουλιμία μιας και νηστεύαμε πάνω από ένα μήνα. Όσες οικογένειες είχαν Χρήστο, γιόρταζαν ιδιαίτερα δεχόμενοι πολλούς επισκέπτες στο σπίτι. Τις γυναίκες τις υποδέχονταν σε άλλη κάμαρη και τις κερνούσαν γλυκό, ενώ για τους άντρες ετοίμαζαν μεζέδες με μπόλικο κρασί που ο κάθε νοικοκύρης είχε στο κελάρι του. Οι άντρες μάλιστα ερχόμενοι σε ευθυμία άρχιζαν a capela τα τραγούδια και ξεχνούσαν να φύγουν (η γιαγιά μας τότε έριχνε κρυφά αλάτι στη σκούπα για να αποχωρήσουν…).
Χρόνια πολλά και καλές γιορτές χωρίς να ξεχνάμε κι αυτούς που υποφέρουν. 
Χρ. Σαμαντάς





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου